Αν Είχα Πόδια, θα σε Κλωτσούσα" της Μέρι Μπρόνσταϊν: Το πεδίο της μητρικής ενοχής | EDITORIAL
"Αν Είχα Πόδια, θα σε Κλωτσούσα / If I Had Legs I’d Kick You", της Μέρι Μπρόνσταϊν, ΗΠΑ, 2025
Πόσες φορές δεν αναρωτηθήκαμε αν είμαστε "σωστές" μητέρες; Πόσες φορές δεν στραφήκαμε στους ειδικούς αναζητώντας οδηγίες για τον τρόπο που πρέπει να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, όταν δυσκολευόμασταν στον χειρισμό τους; Πόσες φορές δεν βρεθήκαμε μπροστά στη δυσάρεστη διαπίστωση πως τα πράγματα εξελίσσονται αντίθετα από τα προσδοκώμενα, νιώθοντας ένα αίσθημα ασφυξίας να μας γονατίζει;
Συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε διλήμματα: αν δεν έπραττα αυτό αλλά το άλλο, αν δεν αντιδρούσα έτσι παρασυρμένη από τα συναισθήματά μου, μήπως τα πράγματα θα ήταν καλύτερα τώρα; Και μπορεί τα παρηγορητικά σχόλια του τύπου "δεν είναι δικό σου σφάλμα" να λειτουργούν παροδικά, αλλά στις μοναχικές ώρες οι σκοτεινές σκέψεις επιστρέφουν, υποδεικνύοντας την ένοχη μητέρα με το δάχτυλο στραμμένο προς εμάς.
Σε αυτό ακριβώς το πεδίο ενοχής, αβεβαιότητας και ασφυκτικής κανονιστικότητας παρεμβαίνει η ταινία "Αν είχα πόδια, θα σε κλωτσούσα". Η Λίντα είναι ψυχοθεραπεύτρια και το παιδί της αντιμετωπίζει μια σπάνια διατροφική ασθένεια, που καθιστά αναγκαία τη σίτιση μέσω σωλήνα. Στόχος είναι το παιδί να αποκτήσει ένα συγκεκριμένο βάρος ώστε να αφαιρεθεί ο σωλήνας και να ζήσει φυσιολογικά. Ωστόσο, η Λίντα θεωρεί πως αυτή η διαδικασία αδρανοποιεί τις προσπάθειες της κόρης της, ενώ το βάρος της αποτυχίας μεταφέρεται εξ ολοκλήρου πάνω στη μητέρα.
Ο πατέρας απουσιάζει λόγω εργασίας, αλλά δεν παρουσιάζεται αδιάφορος. Το ενδιαφέρον του όμως εκδηλώνεται με τρόπους που δεν βοηθούν τη Λίντα, καθώς εκείνος ακολουθεί πιστά τις εντολές των ειδικών. Η Λίντα βιώνει ένα βαθύ αίσθημα μοναξιάς και την αίσθηση ότι δεν γίνεται κατανοητή, αναζητώντας απεγνωσμένα απαντήσεις από τον ψυχοθεραπευτή της και από βίντεο αυτοβοήθειας. Έχει κάνει τα πάντα και η σχέση της με το παιδί αρχίζει να κλονίζεται.
Είναι ενδιαφέρον ότι σε όλη τη διάρκεια της ταινίας δεν βλέπουμε τη μικρή, ακούμε μόνο τις διαρκείς απαιτήσεις της. Υπάρχουν βέβαια στιγμές ουσιαστικής επαφής όταν ο θόρυβος της ημέρας κοπάζει, αλλά αυτές είναι ελάχιστες μέσα στον εξουθενωτικό ρυθμό μιας εργαζόμενης γυναίκας που λυγίζει υπό το βάρος των απαιτήσεων: του συζύγου, των ειδικών που αξιολογούν στόχους χωρίς να υπολογίζουν την καθημερινότητα, και του ψυχοθεραπευτή που την πιέζει λέγοντας πως "ξέρει τι πρέπει να κάνει", ενώ εκείνη τον εκλιπαρεί για χειροπιαστές λύσεις.
Τη Λίντα τη συναντάμε στα λάθη της, στα πολύ κοντινά πλάνα όπου το πρόσωπό της γεμίζει την οθόνη αναδεικνύοντας την ψυχολογική ένταση. Τη συναντάμε όταν, βυθισμένη στο πρόβλημά της, δεν βλέπει τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να την βοηθήσουν πρακτικά. Τη συναντάμε στις συμπεριφορές εκείνες που λειτουργούν ως καθρέφτης των στάσεων που η ίδια προσπαθεί να αποφύγει.
Ωστόσο, η ουσιαστικότερη συνάντησή μας μαζί της βρίσκεται σε μια κρίσιμη στιγμή υπόσχεσης προς την κόρη της: "Θα γίνω η καλύτερη μητέρα. Στο υπόσχομαι". Και παρόλο που ο ορισμός της "καλύτερης μητέρας" δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό, η προσπάθεια παραμένει ενεργή όσο διατηρείται μια ειλικρινής σχέση. Μια σχέση όπου η αναγνώριση των λαθών και η ανάγκη για αυτονομία έξω από τα στερεότυπα δημιουργούν ρήγματα που δεν την ακυρώνουν, αλλά την επαναπροσδιορίζουν μέσα από διαρκείς διαπραγματεύσεις.
Εξαιρετικότατη η ερμηνεία της Ρόουζ Μπερν, η οποία επωμίζεται το φορτίο των λεπτών ισορροπιών μιας μητέρας σε απόγνωση. Η Μπερν τα καταφέρνει υποδειγματικά στο να μετατρέψει τον θεατή από κριτή σε συμπάσχοντα.
Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους.




