Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

"Ομάχα": Μια πορεία προς την ελευθερία και τη σύνδεση των ανθρώπων | EDITORIAL

"Ομάχα / Omaha", του Κόουλ Γουέμπλι, Αμερική (2025)

ταινία Ομάχα κριτική

Δεν είναι εύκολο για μια ταινία, από τα πρώτα κιόλας λεπτά της, να καταργεί κάθε συναισθηματική σου άμυνα και να σε κατακλύζει συγκινησιακά, καταγράφοντας απλές, καθημερινές ανθρώπινες στιγμές. Να το κάνει ανεπιτήδευτα, αλλά με τέτοια κινηματογραφική ακρίβεια, ώστε αυτό το ανεπιτήδευτο να αποκτά όλο το βάρος του συναισθηματικού φορτίου που φέρει. Να σε κάνει να αφήνεσαι ολοκληρωτικά σε αυτήν, να συνδέεσαι με τους ήρωές της και, ελάχιστα λεπτά μετά το κλείσιμο των φώτων και την έναρξη της προβολής, να βρίσκεσαι κι εσύ εκεί: να συνταξιδεύεις με τον Μάρτιν και τα παιδιά του, την εννιάχρονη Έλλα και τον πεντάχρονο Τσάρλι, μαζί με τον σκύλο τους, τον Ρεξ, στις αχανείς εκτάσεις της Αμερικής, με κατεύθυνση τη Νεμπράσκα.

Και καθώς ταξιδεύεις, να νιώθεις ότι αυτό το ταξίδι είναι γεμάτο παράδοξα και παραλογισμούς. Ένα ταξίδι που το καταλαβαίνεις, ή έστω το διαισθάνεσαι, ως μια πορεία προς την ελευθερία. Μόνο που, την ίδια στιγμή, νιώθεις πως αυτή η ελευθερία θα τερματιστεί μόλις οι ήρωες της ταινίας φτάσουν στον προορισμό τους. Γι' αυτό δεν θέλεις να τελειώσει το ταξίδι. Κάθε φορά που το αμάξι μένει σταματημένο και πατέρας και κόρη προσπαθούν να το βάλουν μπροστά, εύχεσαι να μην τα καταφέρουν και θες να μείνεις εκεί, μέσα σε μία έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα, να παρακολουθείς τα βαθιά συναισθήματα των ανθρώπων: του πατέρα προς τα παιδιά, των παιδιών προς τον πατέρα, των παιδιών μεταξύ τους.

Ο Μάρτιν βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ξεριζώνεται από τον τόπο όπου διαμένει και αναγκάζεται να ξεκινήσει ένα ταξίδι φυγής. Στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες, το ξερίζωμα των ανθρώπων είναι πια κάτι σύνηθες. Το φαινόμενο της αποεδαφικοποίησης δεν είναι καινούργιο, όμως σήμερα οι διαστάσεις του γιγαντώνονται όλο και περισσότερο. Οι σταθεροί ρόλοι της οικογένειας, του σπιτιού, της κοινωνικής ταυτότητας, δεν είναι καθόλου αυτονόητοι. Η ρευστότητα και η ανασφάλεια κυριαρχούν, ενώ η ψευδαίσθηση της σταθερότητας μετατρέπεται σε έναν δύσκολο, ατομικό αγώνα επιβίωσης, όπου σε αυτόν τον αγώνα, η αλλοτρίωση και ο ανταγωνισμός μεγαλώνουν. Οι άνθρωποι καλούνται να σταθούν μόνοι τους σε κοινωνίες όπου τα πάντα κρίνονται, ελέγχονται και καθορίζονται από το χρήμα.

Ομάχα κριτική

Κι όμως, όσο κι αν ο καπιταλισμός αποεδαφικοποιεί τους ανθρώπους, όσο κι αν τους ξεριζώνει από τον τόπο, το σπίτι και τις βεβαιότητές τους, δεν καταφέρνει πάντοτε να διαρρήξει τους δεσμούς που αναπτύσσουν μεταξύ τους. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τους δεσμούς ανάμεσα σε έναν πατέρα και τα παιδιά του. Και παρακολουθώντας την ταινία, σκέφτεσαι πως ίσως η μόνη σωτηρία βρίσκεται στην κίνηση. Στο να συνεχίζεις να τρέχεις. Στο να σπρώχνεις, μαζί με τον άλλον, το σαραβαλιασμένο όχημα, μπας και πάρει ξανά μπρος η ζωή σας.

Δεν γνωρίζουμε τι έχει συμβεί πριν στη ζωή του Μάρτιν και της οικογένειάς του. Ξέρουμε μόνο ότι η μητέρα δεν υπάρχει πια στη ζωή τους, εξαιτίας κάποιας αρρώστιας. Ό,τι χρειάζεται όμως να μάθουμε, το μαθαίνουμε μέσα σε αυτό το ταξίδι διάρκειας περίπου τριών ημερών. Το μαθαίνουμε μέσα από τους διαλόγους, όχι διαλόγους περιγραφικούς ή επεξηγηματικούς, αλλά αποσπασματικούς και αυθεντικούς ταυτόχρονα. Διαλόγους ανάμεσα σε έναν ενήλικα που κουβαλά χίλια προβλήματα στο μυαλό του και σε δύο παιδιά που διαισθάνονται την πραγματικότητα, αλλά έχουν ακόμη τη μοναδική ικανότητα να ξεγλιστρούν από αυτήν και να ταξιδεύουν στους δικούς τους κόσμους. Από τη μία, ένας πατέρας που προσπαθεί να κρύψει καλά όσα δεν μπορούν να ειπωθούν, όσα δεν θέλει να γίνουν ορατά, όσα ούτε ο ίδιος μπορεί να διαχειριστεί. Από την άλλη, τα παιδιά, που τον κοιτούν, τον ακολουθούν, τον αγαπούν, χωρίς να μπορούν πάντα να καταλάβουν πλήρως το βάρος που εκείνος κουβαλά.

Και αυτό το βάρος είναι δυσβάσταχτο. Και βασικά, αδύνατον να σηκωθεί. Η ταινία περιγράφει ακριβώς αυτό: το αβάσταχτο ενός φορτίου που δεν λέγεται καθαρά, αλλά υπάρχει παντού. Στις παύσεις, στις μικρές χαρούμενες και συναισθηματικές στιγμές των ανθρώπων και στα γεμάτα ένταση βλέμματα. Βλέμματα που δεν κοιτούν απλώς, αλλά περιμένουν την ανταπόκριση μιας κοινής συνάντησης. Μιας συνάντησης που λέει πολλά. Που δηλώνει την αδυναμία, τα αδιέξοδα, τις ενοχές, αλλά που στην επιφάνεια κρατά ζωντανή την ουσία της σχέσης: την αγάπη. Ό,τι αξίζει και ό,τι μένει χαραγμένο ανεξίτηλα μέσα από εκείνες τις στιγμές που τη φανερώνουν. Ό,τι δεν μπορεί κανένα σύστημα να ξεριζώσει. Ό,τι τελικά δίνει κίνηση στη ζωή μας.

Ομάχα κριτική 2

Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Αμερικανός σκηνοθέτης Κόουλ Γουέμπλι μάς αποκαλύπτει το σκηνοθετικό του ταλέντο. Ο ήχος και η εικόνα μέσα στο αυτοκίνητο λειτουργούν αντιστικτικά προς την εξωτερική ζωή που συνεχίζεται αδιάφορη έξω από αυτό, ενισχύοντας την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ταινίας. Η μουσική μέσα στο αυτοκίνητο, που ζωντανεύει την ατμόσφαιρα ανασύροντας ευχάριστες μνήμες και στιγμές, έρχεται σε αντιπαραβολή με τους ήχους της κίνησης έξω από αυτό. Κάθε δυνατό χτύπημα της πόρτας, κάθε φορά που αυτή κλείνει, μοιάζει να κόβει απότομα την επαφή με τον έξω κόσμο, αλλά και τον μέσα κόσμο, αφήνοντας πίσω του μια "βίαιη" σιωπή. Την ίδια στιγμή, οι ανοιχτές εικόνες της ελευθερίας έξω από το αυτοκίνητο συγκρούονται με το "κλειστό" του εσωτερικού χώρου. Έξω απλώνονται οι αχανείς εκτάσεις, ο δρόμος, η δυνατότητα της φυγής. Μέσα, όμως, υπάρχει το βάρος, η ασφυξία, η σιωπηλή ένταση των ανθρώπων που ταξιδεύουν μαζί κουβαλώντας ο καθένας τα δικά του βάρη, τα δικά του αναπάντητα ερωτήματα στις μεγάλες αδικίες της ζωής.

Ο Κόουλ Γουέμπλι ξέρει πολύ καλά να χρησιμοποιεί τα εκφραστικά του μέσα για να πετύχει τον σκοπό του. Φτιάχνει μια ταινία που σε κάνει πρωτίστως να αισθάνεσαι. Να αισθάνεσαι αληθινά, να έρχεσαι σε επαφή με το συναίσθημά σου, να συνδέεσαι όχι μόνο με τον κόσμο των ηρώων, αλλά και με τον δικό σου εσωτερικό κόσμο.

Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε έναν παράλογο κόσμο, όπου σχεδόν όλα μοιάζουν επισφαλή. Γιατί εκεί, μέσα σε αυτή την επισφάλεια, το μόνο που απομένει αληθινό είναι η σύνδεση των ανθρώπων. Και όταν αυτή η σύνδεση συμβαίνει και μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα προβολής, τότε κατανοείς ακόμη περισσότερο την ανάγκη και τη σπουδαιότητά της τέχνης του κινηματογράφου.


Καλλίτσα Βλάχου
Καλλίτσα Βλάχου
Εκπαιδευτικός, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) και της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MA) στις Ανθρωπιστικές Σπουδές του ΕΑΠ, με διπλωματική εργασία πάνω στα κινηματογραφικά είδη και τον σύγχρονο κοινωνικό κινηματογράφο. Έχει ολοκληρώσει προγράμματα του ΕΚΠΑ στη σκηνοθεσία, την αφήγηση και τη δημιουργική γραφή.
Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει, βλέπει ταινίες και παρακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις. Τον υπόλοιπο ελάχιστο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Weapons: Ο Zach Cregger και ο τρόμος της διπλανής πόρτας | EDITORIAL

"Weapons", του Zach Cregger, ΗΠΑ, 2025

Χρόνια είχα να νιώσω ότι μια ταινία τρόμου με αγγίζει αληθινά. Και το "Weapons" του Zach Cregger το κατάφερε, από την πρώτη σκηνή μέχρι το τελευταίο κλάσμα δευτερολέπτου, επιβεβαιώνοντας γιατί θεωρείται πλέον ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς του είδους παγκοσμίως.

Η αφορμή είναι απλή αλλά σοκαριστική: ένα βράδυ, στις 2:17 τα ξημερώματα, μια ολόκληρη τάξη παιδιών εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Το μόνο παιδί που μένει πίσω είναι ο μικρός Άλεξ. Εκεί αρχίζει το πραγματικό ταξίδι. Ο Άλεξ είναι όλοι εκείνοι που έμειναν πίσω μετά από μια καταστροφή, αναγκασμένοι να κουβαλούν ένα βάρος που δεν τους αναλογεί.

Η κοινότητα, μπροστά σε κάτι που δεν μπορεί να εξηγήσει, αντιδρά με τον πιο αρχέγονο τρόπο: ψάχνει έναν ένοχο. Η δασκάλα Justine γίνεται ο εύκολος στόχος. Η Julia Garner, με την ένταση που τη χαρακτηρίζει, δείχνει πώς μια κλειστή κοινωνία προτιμά να καταστρέψει έναν αθώο παρά να αντιμετωπίσει το σκοτάδι που πηγάζει από μέσα της. Και η πτώση δεν σταματά εκεί: ακόμα και οι θεσμοί, όπως ο διευθυντής του σχολείου, μετατρέπονται σε όργανα βίας. Ο φόβος διαβρώνει την ηθική και οι υποτιθέμενοι φύλακες γίνονται δήμιοι.

Στο επίκεντρο όλων βρίσκεται η Gladys. Η Amy Madigan, σε μια ερμηνεία που δίκαια βραβεύτηκε με Όσκαρ, ενσαρκώνει μια φιγούρα που δεν δρα με ανθρώπινη λογική, αλλά επιστρέφει τον πόνο πολλαπλάσια. Είναι η προσωποποίηση του πόνου που ριζώνει σε μια οικογένεια: το σκοτεινό φορτίο που κληρονομείς χωρίς να το ξέρεις, το μυστικό που όλοι γνωρίζουν αλλά κανείς δεν ονομάζει, που περνά από τους μεγαλύτερους στους μικρότερους σαν να είναι φυσικό.

Στιγμιότυπο από την ταινία Weapons 2

Ακόμα και ο τίτλος έχει κάτι να πει. Τα "Weapons" δεν είναι μόνο τα αντικείμενα. Το πιο φονικό όπλο στην ταινία είναι η σιωπή και η αδιαφορία των ενηλίκων. Παράλληλα, οι κάμερες ασφαλείας των σπιτιών λειτουργούν ως οι μοναδικοί αμερόληπτοι μάρτυρες σε μια κοινωνία που εθελοτυφλεί. Δεν αποτρέπουν το έγκλημα, αλλά γίνονται το οδυνηρό μέσο για να αποκαλυφθεί η αλήθεια, αναγκάζοντας τους ήρωες να δουν αυτό που κανείς δεν τολμούσε να παραδεχτεί.

Η δομή της ταινίας, με τα διαφορετικά κεφάλαια και τις εναλλασσόμενες οπτικές γωνίες, μπορεί στην αρχή να σε μπερδέψει λίγο. Μείνε όμως. Γιατί όταν αρχίζουν να συνδέονται τα κομμάτια, η αίσθηση είναι μοναδική. Ο Cregger χρησιμοποιεί το μαύρο χιούμορ και το νευρικό γέλιο για να σπάσει την ένταση εκεί που δεν το περιμένεις, κάνοντας τον τρόμο να μοιάζει ακόμα πιο αληθινός και ασφυκτικός.

Το "Weapons" δεν είναι απλώς μια καλή ταινία τρόμου. Είναι ένα τεράστιο κινηματογραφικό επίτευγμα που μελετά πώς το μίσος δεν εξαφανίζεται ποτέ, αλλά απλώς μεταμορφώνεται και βρίσκει νέα χέρια για να συνεχίσει τον κύκλο του. Ο Cregger μας αφήνει με μια επίγευση που διαρκεί: ακόμα και όταν η καταιγίδα περνάει, το τραύμα αφήνει πίσω του μια σιωπή που λέει περισσότερα από κάθε λέξη. Είναι μια ταινία που έχει κάτι να πει, και το λέει με τον πιο έξυπνο τρόπο: κρύβοντάς το μέσα στον τρόμο, έτσι ώστε να το νιώσεις πριν καν το καταλάβεις.


Αφροδίτη Παπαδάκη

Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.

Instagram: @alpha.pi

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

🎥 Αφιέρωμα στον Νίκο Κούνδουρο | Παρασκευές 27/3 & 3/4/2026

Αφιέρωμα στον Νίκο Κούνδουρο

Η Κινηματογραφική Λέσχη Πετρούπολης παρουσιάζει ένα διήμερο αφιέρωμα στη μνήμη και το έργο του κορυφαίου Έλληνα σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου, με δύο χαρακτηριστικά έργα που καταγράφουν την κοινωνική πραγματικότητα, την αισθητική τόλμη και την κινηματογραφική ματιά ενός δημιουργού που σημάδεψε τον ελληνικό και ευρωπαϊκό κινηματογράφο.

🎞️ Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026 | Οδύσσειες σωμάτων – Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο

Ελλάδα (2010) | Ντοκιμαντέρ | Διάρκεια: 82' | Σκηνοθεσία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Ένα βιογραφικό ντοκιμαντέρ που ταξιδεύει στην πορεία και την καλλιτεχνική κληρονομιά του Νίκου Κούνδουρου. Μέσα από αρχειακό υλικό, μαρτυρίες συναδέλφων και κινηματογραφικές στιγμές, η ταινία συνθέτει μια κινηματογραφική «οδύσσεια» γύρω από τον άνθρωπο και τον δημιουργό. Η ματιά του Κούνδουρου στην κοινωνία, η ανθρώπινη εμπλοκή του με τα σώματα και τα ιστορικά γεγονότα, αποτυπώνεται με σεβασμό και πάθος.

🎞️ Παρασκευή 3 Απριλίου 2026 | Μαγική Πόλη

Ελλάδα (1954) | Διάρκεια: 80' | Σκηνοθεσία: Νίκος Κούνδουρος

Μια ποιητική κινηματογραφική ματιά στην πόλη και στην ανθρώπινη καθημερινότητα. Ο Κούνδουρος αποτυπώνει με εικαστική ευαισθησία εικόνες, ήχους και στιγμές αστικής ζωής, δημιουργώντας ένα σχεδόν ονειρικό πορτρέτο της ελληνικής πόλης και της σχέσης της με τις μνήμες, τη μάζα και τη μοναξιά. Ένα έργο που ξεπερνά τα όρια του παραδοσιακού ντοκιμαντέρ και γίνεται κινηματογραφική εμπειρία.

📅 Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026 & Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

🕗 Ώρα Έναρξης: 20:00

📍 Κινηματοθέατρο "Πετρούπολις" (Μπουμπουλίνας 59 & Αθ. Διάκου)

🎟️ Είσοδος: Ελεύθερη

🎤 Θα ακολουθήσει συζήτηση μετά το τέλος των προβολών