Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2024

"Η καθώσπρέπει κοινωνία καταστρέφει την ψυχή" - Poor Things | EDITORIAL

Το "Poor Things" του Γιώργου Λάνθιμου είναι μια προσαρμογή του μυθιστορήματος του Alasdair Gray του 1992, από το σεναριογράφο του "The Favourite" Tony McNamara, με σκοτεινό και διασκεδαστικό χιούμορ. Μια αψεγάδιαστη ταινία, ένα "λανθιμικό" αριστούργημα, αρκετά προσβάσιμο στο ευρύ κοινό.

"Why keep it in my mouth if it is revolting?"

Η απίστευτη ιστορία της Bella Baxter, μιας νεαρής γυναίκας που ανασταίνεται χάρη στον ιδιοφυή και αντισυμβατικό επιστήμονα Δρ. Godwin Baxter (Willem Dafoe). Υπό την προστασία του Baxter, η Bella ανυπομονεί να μάθει. Διψασμένη από την εμπειρία που στερείται, η Bella το σκάει με τον Duncan Wedderburn (Mark Ruffalo), έναν ικανό και με αμβλυμμένη ηθική δικηγόρο, σε μια περιπέτεια περιπλάνησης σε όλες τις ηπείρους. Απελευθερωμένη από τις προκαταλήψεις και τα στεγανά της εποχής της, η Bella αποφασιστικά επιδιώκει να δώσει τη μάχη της για την ισότητα και την ελευθερία.

Σε αυτό το σουρεαλιστικό, φεμινιστικό παραμύθι, οι άντρες της ζωής της, βλέπουν την Bella ως κάτι που πρέπει να κατέχεται και να ελέγχεται και αντιπροσωπεύουν διαφορετικές εκφράσεις αρρενωπότητας: Ο πληρεξούσιος πατέρας/δημιουργός της, ως άλλος Ντον Λόπε/Φρανκενστάιν, Godwin, ένας τρελός επιστήμονας με βίαιες ουλές σε όλο του το πρόσωπό από την παιδική του ηλικία ως αντικείμενο δοκιμής για τον πατέρα του, τον οποίο η Bella αναφέρει ως "Θεό"(God),  θέλει να την κρύψει μακριά από τον κόσμο και τους πιθανούς κινδύνους. Ο τρομοκρατημένος μαθητής του Max McCandles (Ramy Youssef), που επιστρατεύτηκε για να μελετήσει τη Bella, θέλει να την κάνει γυναίκα του. Και ο δανδής δικηγόρος Duncan Wedderburn,  ο πρώτος της εραστής, βλέπει μια σεξουαλική κούκλα, τόσο άγρια και περιπετειώδη όσο αυτός, έτοιμη να αποδράσει από την καθωσπρέπει κοινωνία της εποχής, που όπως αναφέρεται σε πολλά σημεία της ταινίας «είναι βαρετή και καταστρέφει την ψυχή». Όλοι υποθέτουν ότι η Bella δεν θα είναι πολύ μεγάλο πρόβλημα. Και όλοι κάνουν λάθος!

"If I know the world, I can improve."

 

Η Bella κινείται σαν κούκλα που δεν έχει καταλάβει ακόμα ότι έχει αρθρώσεις και μιλάει με ημιτελείς, παιδικές προτάσεις. Όχι τόσο σαν ένα μικρό παιδί, αλλά σαν μαριονέτα. Και η Bella εξελίσσεται γρήγορα. Μαθαίνει να περπατάει και να μιλάει, να σκέφτεται, να αυνανίζεται, να χορεύει, να διαβάζει και να φιλοσοφεί για τις ανισότητες της κοινωνίας, τα θέματα της πατριαρχίας και της γυναικείας καταπίεσης, των ανθρώπινων σχέσεων, της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Δεν της περνάει από το μυαλό να μην κάνει, ή να μην πει, ακριβώς αυτό που της αρέσει ή σκέφτεται. Και η εξέλιξή της είναι κατάλληλα ακατάστατη. Ξεκινάει μια οδύσσεια εξερεύνησης της ταυτότητάς της, πηγαίνοντάς την στην Πορτογαλία, την Αλεξάνδρεια και το Παρίσι. Έρχεται αντιμέτωπη με την κυνικότητα και τη βαναυσότητα της κοινωνίας, ανακαλύπτει την "ιδιόμορφη ασθένεια" του χρήματος και προσπαθεί να μάθει τον κόσμο. 

"Πρέπει να ζήσουμε τα πάντα, όχι μόνο τα καλά, αλλά την υποβάθμιση, τη φρίκη, τη θλίψη… Τότε μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο. Και όταν γνωρίζουμε τον κόσμο, ο κόσμος είναι δικός μας."

"We’re our own means of production."
Είναι ένας βικτωριανός εφιάλτης ή άλλες στιγμές ένα όνειρο, αναμφίβολα όμως είναι μια από τις πιο πολυτελείς οπτικές απολαύσεις της χρονιάς, με την Emma Stone στην πιο πλούσια και ενδιαφέρουσα ερμηνεία της.

"I have adventured it and found nothing but sugar and violence. It is most charming." 

 

Ο Λάνθιμος χρησιμοποιεί ξανά τον φακό fisheye, όπως και στο "The Favourite" για να μας βάλει σκόπιμα σε αυτόν τον αποπροσανατολιστικό κόσμο. Οι υπέροχες εικόνες αλλάζουν από το ασπρόμαυρο, σε μια εξωπραγματική παλέτα χρωμάτων, που ανθίζει ακριβώς καθώς επεκτείνεται και η κοινωνική και πνευματική παλέτα της Bella. Η οπτική της είναι ένα ονειρικό τοπίο, με ψυχεδελικούς ουρανούς. Ωστόσο, ο Λάνθιμος πάλι με κάποιο τρόπο βρίσκει μια παράλογη γραμμή για να εστιάσει στην ουσία, δείχνοντας την αγάπη του προς το γυναικείο φύλο σε μια ανορθόδοξη περιπέτεια ενηλικίωσης, και δίνει στη Bella την ανεξαρτησία της και μαζί με αυτό, ένα αίσιο τέλος.
Η ταινία βραβεύτηκε με Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας, έχει ήδη 7 υποψηφιότητες για Χρυσές Σφαίρες και όσο για τα Όσκαρ, αναμένουμε να έχει τη δυναμική που της αξίζει.

"It is your body, Bella Baxter. Yours to use freely."

 

Ιρλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ (2023) | Διάρκεια: 141' | Παραγωγή: Εντ Γκίνεϊ, Αντριου Λόου, Γιώργος Λάνθιμος, Εμα Στόουν | Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος | Σενάριο: Τόνι ΜακΝαμάρα | Φωτογραφία: Ρόμπι Ράιαν | Μοντάζ: Γιώργος Μαυροψαρίδης | Μουσική: Τζέρσκιν Φέντριξ | Πρωταγωνιστούν: Εμα Στόουν, Γουίλεμ Νταφόε, Μαρκ Ράφαλο, Ραμί Γιουσέφ

-------------------------------------------------------------------------------------

Αφροδίτη Παπαδάκη
Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.
Instagram: @alpha.pi






Δείτε ακόμη:

 


Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2023

Εκεί που η ανθρωπιά και η τέχνη συνοδοιπορούν ενάντια στους φραγμούς - 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης | EDITORIAL

Καφέ / Cafe, του Ναβίντ Μιχαντούστ

Ο Ιρανός σκηνοθέτης Ναβίντ Μιχαντούστ, που έγραψε και το σενάριο της ταινίας «Καφέ» βρίσκεται στη φυλακή. Κατά τη διάρκεια της αναστολής της ποινής του, πριν τελικά κλειστεί στη φυλακή, γύρισε κρυφά την ταινία του, η οποία προβλήθηκε για πρώτη φορά στο φετινό 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που πριν δυο μέρες κατέβασε αυλαία. 

Ο Μιχαντούστ ανήκει στη γενιά των Ιρανών κινηματογραφιστών που μετά την πτώση του Σάχη και την επικράτηση της θεοκρατικής εξουσίας στο Ιράν, παρήγαγαν ένα αξιοθαύμαστο κινηματογραφικό έργο. Ένα έργο που η υψηλή αισθητική του απορρέει από την απλότητα και τη λιτότητα της εικόνας τους (μην ξεχνάμε ότι ο ιρανικός κινηματογράφος είναι φτωχός κινηματογράφος) τον αργό αφηγηματικό τους ρυθμό που αντιτίθεται στους γρήγορους ρυθμούς του δυτικού κινηματογράφου, και την αποστασιοποίηση των ηρώων που έχει να κάνει κυρίως με το ότι οι δραματικές ιστορίες που περιγράφονται στις ταινίες δεν είναι «φτιαχτές». Είναι κυρίως βιωματικές. Είναι ιστορίες μέσα από την ίδια τους τη ζωή μέσα από την καταπίεση, την ανελευθερία, τη λογοκρισία, τον φόβο της ελεύθερης έκφρασης, το θεοκρατικό σκοτάδι. Οι ήρωες τα βιώνουν όλα αυτά στην πραγματική τους ζωή οπότε δεν υποδύονται ρόλους. Δεν χρειάζεται να μπουν σε αυτούς. Απλά τοποθετούν την κατάσταση απέναντί τους και τη διερευνούν με έντονο σκεπτικισμό.

Η ταινία του Μιχαντούστ είναι και αυτή μια έμμεση αυτοβιογραφία του σκηνοθέτη. Κινείται ανάμεσα στα όρια του ντοκιμαντέρ και της μυθοπλασίας δανειζόμενη στοιχεία από το Κάμερσπιλ, το θέατρο δωματίου, όπου δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην ενδόμυχη ψυχολογική ανάλυση των ηρώων που κινούνται σε σκηνικά κατασκευασμένα σε στούντιο με ρεαλιστικό τρόπο και με μία ιδιαίτερη επιμονή στον συμβολισμό και την αλληγορία. 

Ο ήρωας της ταινίας ο Ιρανός σκηνοθέτης Σοχράμπ λάτρης του Κισλόφκι έχει «υποβιβαστεί» από το ιρανικό καθεστώς στο να ασκεί το επάγγελμα του καφετζή, αφού του έχει αφαιρεθεί η άδεια να φτιάχνει ταινίες. Το ελεύθερο όμως και δημιουργικό πνεύμα του Σοχράμπ, το καθεστώς δεν μπορεί να το περιορίσει. Ο Σοχράμπ σκηνοθετεί την ίδια του τη ζωή, παίζοντας τον ρόλο εκείνου που θα βοηθήσει τις δύο γυναίκες που σημαίνουν πολλά για αυτόν, να αποδεσμευτούν από τον ίδιο και να συνεχίσουν τη ζωή τους μέσα από τις δικές τους πραγματικές επιθυμίες. Πρόκειται για την αγαπημένη του σύζυγο και για τη νεαρή ηθοποιό που μπαίνει ξαφνικά στη ζωή του και δημιουργεί μία ιδιαίτερη σχέση μαζί της. Μια νέα ηθοποιό με καινοτόμες ιδέες, που μόνο στον χώρο του «Καφέ» έχει την ελευθερία να παρουσιάσει την πρωτοποριακή περφόρμανς της. 

Ο Μιχαντούστ δημιουργεί μία ταινία μέσα στην ίδια την ταινία με τον κεντρικό του ήρωα τον Σοχράμπ να μας πείθει, ότι την τέχνη και τους σκοπούς που αυτή υπηρετεί, όσο και να θες να την φυλακίσεις δεν φυλακίζεται. Αφού το καθεστώς δεν επιτρέπει στον ήρωά του, στον Σοχράμπ, να γυρίσει ταινίες (όπως άλλωστε δεν επιτρέπεται και στον Μιχαντούστ) το κάνει ο ίδιος ο Σοχράμπ χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Και το υλικό που διαθέτει είναι η ίδια του η ζωή. Το σκηνικό του είναι το μικρό του «Καφέ». Αρνούμενος να συνεργαστεί με τις αρχές που δεν τους αρκεί το ότι του έχουν απαγορεύσει να γυρίζει ταινίες, αλλά ζητούν από αυτόν να γίνει και καταδότης, ο Σοχράμπ γνωρίζει ότι οι μέρες του έξω από τη φυλακή είναι μετρημένες. Λάτρης του Κισλόφσκι διαθέτει και ο ίδιος, όπως ο αγαπημένος του σκηνοθέτης, μια βαθιά φιλοσοφική σκέψη που του επιτρέπει να υπερβαίνει τα εγκόσμια, να τα αντιμετωπίζει με χιούμορ στηλιτεύοντας μέσα από αυτό την υποκρισία και τον παραλογισμό του συστήματος και να καταφέρνει να σώσει την προσωπική του ελευθερία αλλά και την ελευθερία των ανθρώπων που κατέχουν σημαντική θέση στη ζωή του. 

Την ταινία την παρακολουθήσαμε σε παγκόσμια πρώτη προβολή στο φεστιβάλ, όπου ζήσαμε συγκλονιστικές στιγμές ακούγοντας τον σκηνοθέτη Ναβίντ Μιχαντούστ να συνομιλεί τηλεφωνικά με το κοινό μέσα από τη φυλακή, ρωτώντας αν υπάρχει αρκετός κόσμος στην αίθουσα και ζητώντας από το κοινό να χειροκροτήσει για να φτάσει το χειροκρότημα πίσω από τα κάγκελα και να φέρει τη ζεστασιά στην ψύχρα του εγκλεισμού και της απομόνωσης. Να σπάσει τα εξωτερικά δεσμά που έχει επιβάλλει το καθεστώς σε έναν άνθρωπο που τα παραπτώματά του είναι ότι σκέφτεται ελεύθερα, ότι παραμένει άνθρωπος.

Ήταν από τις πολύ σπάνιες φορές που το χειροκρότημα αποκτά ισχυρή ανατροφοδοτική αξία και ενδυναμώνει τον αγώνα του ανθρώπου για έναν καλύτερο κόσμο. 


Εγώ, Καπετάνιος / Io Capitano, του Ματέο Γκαρόνε


Στο φιλμικό σύμπαν του Γκαρόνε συνυπάρχουν η βία, η σκληρότητα και η ελπίδα. Με τα μάτια του δεκαεξάχρονου Σεϊντού ταξιδεύουμε από τη Σενεγάλη στη Μάλτα σε ένα ταξίδι φρίκης, σε ένα ταξίδι όπου οι ανθρώπινες ζωές δεν έχουν καμία απολύτως αξία. 


Η κάμερα του Γκαρόνε ακολουθεί βήμα βήμα τον Σεϊντού και τον ξάδελφό του τον Μούσα που αποφασίζουν να φύγουν από τη χώρα τους μη γνωρίζοντας τι τους περιμένει στην πορεία τους προς την Ευρώπη των ονείρων τους. Η δύναμη και η ορμή της νιότης τους, τους ωθούν στο να παραβλέψουν αυτά που ζουν στο μικρό αφρικάνικο χωριό τους και που θα χαθούν για πάντα στο ταξίδι της κόλασης. Γιατί στη μέχρι τώρα ζωή τους στο μικρό τους χωριό, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους ένα ισχυρό συναισθηματικό δέσιμο με την οικογένεια, τα ήθη και τις παραδόσεις. Οι δύο νεαροί δεν έχουν ιδέα για το πόσο διαφορετικός είναι ο έξω κόσμος από τον δικό τους προστατευμένο μικρόκοσμο. 

Σε αυτό το ταξίδι των δύο νεαρών συμμετέχουμε μαζί τους σε όλα τα εμπόδια και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν σε μία περιπέτεια που σφηνώνεται και αυτή μέσα στο πλήθος των συμφορών όλων των ανθρώπων που από τα διάφορα μέρη της Αφρικής αποφασίζουν το ταξίδι τους προς την Ευρώπη. Και μέσα από τα μάτια του Σεϊντού δεν «διαβάζουμε» μόνο τη δικές του αγωνίες , τους δικούς του φόβους όταν πλέον σιγά σιγά ανακαλύπτει το τι εστί «ταξίδι προς το όνειρο», αλλά «διαβάζουμε» τα πάθη και τα βάσανα και των υπολοίπων της πορείας αυτής. Μιας πορείας που οι φρικαλεότητες που διαπράττονται εις βάρος αυτών των ανθρώπων όσο γνωστές και αν μας είναι από όλα αυτά που διαβάζουμε και ακούμε και βλέπουμε, μας προκαλούν πρωτόγνωρα συναισθήματα αποστροφής προς το ανθρώπινο είδος και κυρίως προς τις πολιτικές των «πολιτισμένων» κρατών που κρατούν τα μάτια κλειστά συμπαρασύροντας λαούς και έθνη στη στήριξη αυτών των πολιτικών. 

Πώς ο φόβος, η απογοήτευση, η αποδόμηση του ονείρου, η αποκάλυψη της γνώσης ότι οι άνθρωποι που αναζητούν κάτι καλύτερο στη ζωή τους θεωρούνται «σκουπίδια», είναι εντελώς μόνοι τους και εγκαταλελειμμένοι από οποιαδήποτε πολιτική προστασία, μετατρέπονται σε πείσμα και ενδυνάμωση; Και πώς περνάμε από την ατομική περίπτωση του Σεϊντού μέσα σε χίλια δράματα στη συλλογική μοναξιά των θλίψεων και των συμφορών των λαών ενός κατώτερου Θεού; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα μας τη δίνει ο ίδιος ο Σεϊντού και ο πυρήνας της βρίσκεται στο ότι ο αγώνας για διεκδίκηση καλύτερης ζωής, γίνεται αποτελεσματικός όταν αποδεσμεύεται από την κλειστή προσωπική θέαση του ατομικού δράματος και όταν η θέαση περιλαμβάνει το συλλογικό δράμα. 

Ο Σεϊντού στην πορεία του προς τον δυτικό κόσμο, που αποτελεί ταυτόχρονα και πορεία ωρίμανσης και ενηλικίωσής του, έχει πάψει να ονειρεύεται μια ζωή με κέντρο την ατομική του ευτυχία. Σκέφτεται μια ζωή όπου η δική του ευτυχία είναι άμεσα συνυφασμένη με το ποιόν των πράξεών του και που στο επίκεντρό της βρίσκεται η διάσωση των άλλων ανθρώπων. Ο Σεϊντού αναλαμβάνει να κάνει αυτό που δεν κάνουν οι ηγέτες των «εξελιγμένων» και «προηγμένων» κοινωνιών. Να σώσει ανθρώπους. Να γίνει αυτός καπετάνιος και να σώσει ό,τι σώζεται από μία κοινωνία που έχει από καιρό ναυαγήσει… 

Το νέο φιλμ του Ματέο Γκαρόνε έχει ήδη αποσπάσει βραβεία από το πρόσφατο Φεστιβάλ Βενετίας (Αργυρός Λέοντας Σκηνοθεσίας και Βραβείο Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Ηθοποιού), και αποτελεί την επίσημη υποψηφιότητα της Ιταλίας για το επόμενο Όσκαρ Διεθνούς Παραγωγής.

Η ταινία έχει πάρει διανομή από την Weird Wave οπότε σύντομα θα τη δούμε και στις αίθουσες.

--------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...

Παρασκευή 28 Ιουλίου 2023

Στα Άκρα | EDITORIAL

Η Ισπανία, μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2008,  ήταν από εκείνες της χώρες της Ε.Ε.που υπέστη, όπως και η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία τις βαριές συνέπειες του  οικονομικού κραχ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες δανειολήπτες  να μην μπορούν να  πληρώσουν τα χρέη τους προς τις τράπεζες, μία συνθήκη που  οδήγησε σε μαζικές εξώσεις ανθρώπων από τα σπίτια τους, σε καθημερινή βάση και για πολλά χρόνια. Από τότε μέχρι σήμερα  έχουν σημειωθεί πάνω  από 400.000 εξώσεις στη χώρα αυτή, ενώ σε καθημερινή βάση πραγματοποιούνται 100 εξώσεις κατά μέσο όρο.
Το 2012 ο φωτορεπόρτερ Andres Kudacki κατέγραψε με τον φακό του για το Associated Press τη στεγαστική κρίση στη Μαδρίτη, με εικόνες που έκαναν τον γύρο του κόσμου, προκαλώντας  σοκ για τη βιαιότητα και την αγριότητα με την οποία οι αστυνομικές δυνάμεις έμπαιναν στα σπίτια σπάζοντας τις πόρτες και  αναγκάζοντας τους ανθρώπους να τα εγκαταλείψουν.
Σήμερα, βέβαια το μάτι μας έχει συνηθίσει σε αυτές τις εικόνες που τις αντικρίζουμε πλέον και στη δική μας χώρα, οπότε το σοκ αρχίζει σιγά σιγά (λαμβάνοντας υπόψη και τα εκλογικά μας αποτελέσματα) να αντικαθίσταται από την απάθεια, από την αδιαφορία, από την εξοικείωση με το έγκλημα. Γιατί όταν ξεσπιτώνεις έναν φτωχό άνθρωπο από το σπίτι του και τον πετάς αυτόν και την οικογένεια του στους δρόμους, συμφωνούμε όλοι νομίζω, ότι πρόκειται για διάπραξη μεγάλου εγκλήματος.
Εκεί λοιπόν στον αντίποδα της λήθης και της συνέργειας στο έγκλημα, μιας συνέργειας που συντελείται μέσω της απάθειας και της στήριξης αυτών που το διαπράττουν, έρχεται η τέχνη όπου μέσα στους πολλούς σκοπούς που επιτελεί είναι και η αφύπνιση των συνειδήσεων, είναι και το ξύπνημα από τον λήθαργο στον οποίο εύκολα διαπιστώνουμε καθημερινά πλέον, ότι περιέρχονται  οι κοινωνίες.
Ο Αργεντινο-ισπανός Χουάν Ντιέγκο Μπότο στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, μας παραδίδει μία κοινωνική και βαθιά πολιτική ταινία που το γεγονός ότι υπηρετεί τον παραπάνω σκοπό αναδεικνύει και την σπουδαιότητα αυτής.
Ο Ραούλ ένας ακτιβιστής δικηγόρος είναι το σύμβολο του ανθρώπου που το είδος του τείνει προς εξαφάνιση. Εξακολουθεί να κάνει αυτό που η ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης του επιβάλλει. Να μην αδιαφορεί για τα προβλήματα των συνανθρώπων του. Να μάχεται ενάντια σε ένα σύστημα που είναι έτοιμο να καταβροχθίσει αυτούς τους ανθρώπους και να καταφέρνει σε έναν τόσο άνισο αγώνα με μεγάλο προσωπικό κόστος, όχι να τον κερδίζει, αλλά να κάνει κάποιους ανθρώπους να χαμογελούν.
Η Αθουθένα (μία εξαιρετική Πενέλοπε Κρουζ) παλεύει μέχρις εσχάτων με μία αξιοπρέπεια που την διαφυλάττει μέχρι τέλους, να κρατήσει το σπίτι της.
Μία μετανάστρια κινδυνεύει να χάσει από την Πρόνοια το παιδί της, γιατί διαπράττει το μεγάλο «έγκλημα» να δουλεύει όλη σχεδόν τη μέρα προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην με αποτέλεσμα να απουσιάζει πολλές ώρες από το σπίτι.
Και μία μάνα προσπαθεί να πείσει τον γιο της σε έναν ύστατο αποχαιρετισμό προς αυτόν, ότι ποτέ δεν πρόκειται να τον ενοχοποιήσει για λάθη που έχει διαπράξει ο ίδιος και που έχουν οδηγήσει στο να περιέλθει και το δικό τους σπίτι στα κοράκια των funts. Ως μάνα θεωρεί ότι το μεγαλύτερο βάρος στη ζωή του παιδιού της είναι οι ενοχές που μπορεί να νιώθει το ίδιο εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών του απέναντι στους γονείς του που ήταν πάντα εκεί για να το στηρίζουν. Από αυτό το βάρος θέλει να τον απαλλάξει.
Αυτή η ομορφιά των ανθρώπων που  η θλίψη και η απόγνωση είναι τα κυρίαρχα συναισθήματά τους, φωτίζει μία κατά τα άλλα πολύ σκοτεινή και σκληρή ταινία στην οποία αναδεικνύεται ακριβώς αυτό: Δεν είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι  για το ότι η ζωή τους πήγε τόσο χάλια. Είναι που το σύστημα τους ξεγέλασε τόσο ύπουλα να νομίζουν ότι είναι  υπαίτιοι για την άσχημη κατάστασή τους. Και είναι τότε που θυμώνουν όταν το συνειδητοποιούν αυτό, και είναι τότε που ενώνονται όλοι μαζί και ο θυμός και ο φόβος τους αντικαθίστανται από το συναίσθημα που γεννιέται μέσα σου, όταν η αλληλεγγύη των ανθρώπων σου ανοίγει άλλους ορίζοντες, σε κάνει να βλέπεις τη ζωή κάπως αλλιώς, σε ενδυναμώνει και σε μετατρέπει από θύμα σε μαχητή που δεν τo βάζει εύκολα κάτω.
Σε έναν διάλογο στην ταινία, ο νεαρός θετός γιος του Ραούλ αναφέρει: "Θα ήθελα να μην νιώθω ότι τα πράγματα με προσπερνούν και δεν μπορώ να αποφασίζω εγώ για αυτά. Θα ήθελα να έχω τον χρόνο να μπορώ να τα ελέγξω". Οι καταιγιστικοί ρυθμοί της ταινίας τόσο πραγματικοί σαν τους ρυθμούς της καθημερινότητας των ανθρώπων που μοχθούν για τον επιούσιο, αναδεικνύουν την έλλειψη αυτού του χρόνου από τις ζωές μας, του χρόνου που μας είναι απαραίτητος  να στοχαστούμε πάνω σε ό,τι μας  συμβαίνει  και να καταφέρουμε κάποια στιγμή να  μην τις αφήνουμε να μας προσπερνούν σαν ξένα εχθρικά ανταγωνιστικά ως προς εμάς σώματα, αλλά να αποφασίζουμε εμείς για αυτές. Να έχει ο καθένας μας τον έλεγχο της δικής του μοναδικής ζωής...
Βαδίζοντας στον δρόμο που άνοιξε ο μοναδικός Κεν Λόουτς, ο Χουάν Ντιέγκο Μπότο δείχνει να έχει κατανοήσει αυτό που ο πολιτικός κινηματογράφος οφείλει να κάνει και με έξοχο τρόπο το είχε περιγράψει ο Λόουτς, αναφέροντας τα εξής: "Στις ταινίες μας αυτό που έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε είναι να υπερασπιστούμε τις θεμελιώδεις αρχές ενός τρόπου ζωής. Τις μεγάλες αξίες της ισότητας, της αδελφότητας και της ελευθερίας". Και ευτυχώς, αυτή τη δυνατότητα ο Χουάν Ντιέγκο Μπότο δεν την αφήνει να χαθεί. Την αξιοποιεί και με το παραπάνω.
--------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...


 

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2023

Το Μπλε Καφτάνι της Μαριάμ Τουζανί | EDITORIAL

Στην εποχή του γρήγορου, της μαζικής παραγωγής, της μηχανοποίησης των πάντων, ο Χαλίμ παραμένει πιστός στην παραδοσιακή τέχνη της ραπτικής που του κληροδότησαν οι τεχνίτες του είδους. Δεν αφήνεται να παρασυρθεί από το εύκολο χρήμα, δεν κάνει έκπτωση στην ποιότητα των καλλιτεχνημάτων του. Γιατί ο Χαλίμ είναι καλλιτέχνης. Είναι δημιουργός. Και την αισθητική της τέχνης του μας τη μεταδίδει. Μας τη μεταδίδει με το απαλό άγγιγμα των μεταξωτών υφασμάτων, μας τη μεταδίδει με την τεράστια υπομονή με την οποία σκύβει στα δημιουργήματά του και τα διακοσμεί με τις χρυσοποίκιλτες κλωστές του, δημιουργώντας το τέλειο.
Η Μίνα κατανοεί. Η Μίνα σβήνει τα σημάδια της καταπίεσης και της περιφρόνησης που χαράζονται στις ψυχές των ανθρώπων που ζουν σε πατριαρχικές θρησκόληπτες κοινωνίες. Σαν αυτή του Μαρόκου - και όχι μόνο- που η ομοφυλοφιλία και το προγαμιαίο σεξ θεωρούνται αμαρτήματα.

Και ο Γιουσέφ ερωτεύεται. Το τέλειο. Αυτό που δεν υπόκειται στους πολιτισμικούς καταναγκασμούς που σε κάθε ιστορική περίοδο διαμορφώνουν την έμφυλη ταυτότητα. Ερωτεύεται όχι το φύλο αλλά την ταυτότητα του ανθρώπου που υπάρχει πίσω από το φύλο. Ερωτεύεται το αγνό, την ανωτερότητα, την αξιοπρέπεια. Αυτό που βγάζει και στον ίδιο τον καλύτερό του εαυτό. Το μπλε καφτάνι, ανήκει στις ταινίες, όπου τα λόγια περιττεύουν. Η ποιητική της αισθαντικότητας βρίσκεται στο επίκεντρό της και μέσα από τα αγγίγματα, τις σιωπές και τα τόσο ομιλητικά βλέμματα επιτρέπει στον θεατή να έρθει σε επαφή και να κατανοήσει αυτό που αποκαλούμε αισθητική της τέχνης. Που δεν είναι τίποτε άλλο από το ωραίο. Και που αυτό το ωραίο απαιτεί από τον θεατή να επιστρατεύσει την φαντασία του, τη συνθετική του ικανότητα και να υφάνει ο ίδιος τον ιστό μέσα από τα ποικίλα νήματα των σκέψεων και των συγκινησιακών ερεθισμάτων που αφειδώς του προσφέρονται στην ταινία , έναν ιστό που η ολοκλήρωσή του θα του φανερώσει την ομορφιά της αλήθειας. Μιας αλήθειας που κατακτάται μέσα από τον κόσμο της αισθητικής εμπειρίας και των συναισθημάτων, που απενοχοποιούνται και ενθαρρύνεται η έκφρασή τους, και έτσι ανοίγεται ο δύσκολος δρόμος προς την κατάκτηση της γνώσης. Που δεν είναι άλλη από την ουσία της ύπαρξης. Μιας ύπαρξης που η ομορφιά της είναι η ίδια η φύση της που επιζητεί την βαθιά ανθρώπινη επικοινωνία, την αγάπη, τη φροντίδα και την απαλλαγή από οτιδήποτε στέκει εμπόδιο και μολύνει όλα αυτά.

--------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...


 

Τρίτη 16 Μαΐου 2023

Πίσω από τις Θημωνιές | EDITORIAL

"Θεωρώ, πως ο κάθε καλλιτέχνης και ο κάθε κινηματογραφιστής έχει χρέος, κατά τη γνώμη μου, να τοποθετείται απέναντι στα πράγματα" δήλωνε η Ασημίνα Προέδρου σε συνέντευξή της πριν 10 χρόνια για τη μικρή μήκους ταινία  της  "Red Hulk",  όπου κατέγραφε τη ζωή του Γιώργου ενός νεαρού που μπλέχτηκε στα δίχτυα της Χρυσής Αυγής αδυνατώντας να δώσει λύσεις στα υπαρξιακά του αδιέξοδα και στην έντονη ανάγκη του να ανήκει κάπου. Να νιώθει ότι είναι ζωντανός μέσα από την υπόσταση που αποκτούσε ως μέλος μιας οργάνωσης. Προφητική τότε η ταινία της Προέδρου, δεν είναι τυχαίο που λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων συνέπεσε χρονικά με τη δολοφονία του Π. Φύσσα.

Και πράγματι η Ασημίνα Προέδρου κινηματογραφεί και ταυτόχρονα τοποθετείται. Χωρίς να κρίνει τους ήρωές της, χωρίς να υπάρχει στις ταινίες της ίχνος διδακτισμού, χωρίς να την ενδιαφέρει μόνο η καταγραφή των κοινωνικοπολιτικών καταστάσεων που όλοι γνωρίζουμε και βιώνουμε, αλλά προσπαθώντας να κατανοήσει το υποκείμενο που ενεργεί κάτω από την επίδραση αυτών των καταστάσεων, προσπαθώντας να κατανοήσει τον βαθμό που οι συνθήκες στις οποίες ζει, επηρεάζουν τον χαρακτήρα του και τον βαθμό που η ιδιοσυγκρασία του και τα ατομικά του χαρακτηριστικά επεμβαίνουν σε αυτές, τον κάνουν να τις ελέγχει ή τελικά παραδίδεται ολοκληρωτικά σε αυτές και επιλέγει να γίνει έρμαιό τους.

Κάνει δηλαδή, πολιτικό σινεμά. Γιατί αυτό είναι το πολιτικό σινεμά. Αυτό που διερευνά την αλληλεπίδραση του ατόμου με την κοινωνία. Αυτό που αναδεικνύει τις εσωτερικές συγκρούσεις της ηθικής που φέρει μέσα του το κάθε άτομο με την ηθική της κοινωνίας. Αυτό που αναδεικνύει τις διαφορετικές αντιδράσεις των ατόμων σε αυτή τη σύγκρουση και μέσω αυτής της ανάδειξης κρίνει πλέον όχι τους ήρωες, αλλά τις επιλογές τους. Και στο τέλος μέσα από αυτή τη συνδιαλλαγή προτείνει.

Η πρώτη σεκάνς της ταινίας προοικονομεί ότι αυτό που θα παρακολουθήσουμε κρύβει μία τραγωδία. Το παιχνίδι και τα αθώα γέλια των παιδιών διακόπτονται απότομα από την ανακάλυψη δύο πτωμάτων. Είναι το καλό και το αγνό που επισκιάζεται πάντα από την ύπαρξη του κακού που συνοδοιπορεί μαζί του. Το καλό που υπάρχει σε κάθε ήρωα έρχεται σε σύγκρουση με το κακό που τον ακολουθεί διαρκώς και εναπόκειται πλέον στον κάθε χαρακτήρα η διαχείριση αυτής της σύγκρουσης. Μία διαχείριση που καθόλου εύκολη δεν είναι, γι αυτό και οι ήρωες δεν κρίνονται, αφού τα εμπόδια που προβάλλονται είναι πολλά και συνεχόμενα. Είναι η ένταξη του κακού στους κόλπους της ίδιας της κοινωνίας. Είναι η κανονικοποίησή του. Μιας κοινωνίας που η διαφθορά έχει γίνει νόμος, που η επιβίωση απαιτεί τεράστιο αγώνα και που το χρήμα είναι ο απόλυτος κυρίαρχος. Είναι τα παρελκόμενα αυτής της κρίσης, η αποξένωση, η υποκρισία, τα ψέματα που φέρνουν και άλλα ψέματα που αποκόπτουν τους δεσμούς αγάπης, που μπαίνουν πάνω από αυτούς και που τελικά οδηγούν σε αδιέξοδες καταστάσεις, όπου η στιγμή της συνειδητοποίησής τους είναι και η στιγμή της αποκάλυψης της αλήθειας. Είναι η στιγμή που το κουβάρι ξεμπλέκεται και που δίνεται τότε η ευκαιρία στο άτομο να επιλέξει απρόσκοπτα πλέον, τη ζωή  που θέλει να ακολουθήσει.

Σε τρία κεφάλαια διαρθρώνεται η ταινία της Ασημίνα Προέδρου, σε τρεις χαρακτήρες. Του  πατέρα, της μητέρας και της κόρης, μιας οικογένειας που ζει σε ένα χωριό στο Κιλκίς στη λίμνη Δοϊράνη στα σύνορα με τη Βόρεια Μακεδονία. Το 2015 συναντάμε την οικογένεια σε μια Ελλάδα που ζει το προσφυγικό δράμα της Ειδομένης με το κλείσιμο των συνόρων που είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία ενός προσφυγικού καταυλισμού, όπου κατέληγαν χιλιάδες πρόσφυγες, ζώντας σε άθλιες συνθήκες. Ένα ανθρώπινο δράμα που όμως έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς να πλουτίσουν από τη λαθραία μεταφορά των προσφύγων, οι οποίοι αναγκαστικά κατέφευγαν και εξακολουθούν να καταφεύγουν σε αυτούς.  Με φόντο λοιπόν το προσφυγικό ξεδιπλώνονται οι τρεις χαρακτήρες που καλούνται να πάρουν θέση.

Ο πατέρας (Στάθης Σταμουλακάτος) , ψαράς και αγρότης, άψογος οικογενειάρχης μεγαλωμένος όμως στο  "κλειστό" της επαρχίας όπου η πατριαρχία και ο αιώνιος φόβος του "τι θα πει ο άλλος"  καθορίζουν τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του. Ο ίδιος όμως έρχεται σε σύγκρουση με αυτά, γιατί κατά βάθος δεν είναι αυτά.  Η μάνα (Λένα Ουζουνίδου)  βαθιά θρησκευόμενη δεν αργεί να χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν την πίστη της στα θεία, προκειμένου να μην διασαλευτεί η φαινομενική ισορροπία και αρμονία της οικογένειάς της και να μην αποκαλυφθούν τα σαθρά θεμέλια που τη στηρίζουν. Και η κόρη (Ευγενία Λάβδα) που ζει το χάος. Το χάος της υποκρισίας απέναντι στον πατέρα που δεν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί της, το χάος της δικής της αλήθειας που νιώθει ενοχές για αυτήν, γιατί δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που ο πατέρας προσδοκά από την κόρη του , το χάος του μεγαλώματός της σε μία κλειστή επαρχιακή πόλη που δεν την αφήνει να βιώσει την επανάστασή της, τον έρωτά της, τη γνωριμία με τον εαυτό της.

Με λευκό μελάνι, γραμμένα  τα κεφάλαια των ζωών των τριών ηρώων, αθέατο και καλυμμένο  μέσα στο παλίμψηστο που συγκροτεί αυτές  τις ζωές. Ζωές που καταφέρνουμε  με τη διεισδυτική ματιά της σκηνοθέτιδος, τα εξαιρετικά κοντινά της, την καταπληκτική ερμηνεία όλων των ηθοποιών και την εξαιρετική φωτογραφία του Σίμου Σαρκετζή, να διαπεράσουμε, να αποκρυπτογραφήσουμε και να δούμε τα επιμέρους κεφάλαια πάνω στα οποία γράφτηκαν τα τελικά. Η αποδόμηση των ζωών των ηρώων μάς υποδεικνύει ταυτόχρονα και έναν άλλον τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα, αυτόν της σχετικοποίησης μέσω της οποίας προσπαθούμε  να υπονομεύσουμε αυτή τη διάκριση που θέλει να υπάρχουν μόνο καλοί ή μόνο κακοί σε μία κοινωνία όπου αυτές οι έννοιες είναι δυσδιάκριτες. Και είναι το σημαντικό στοιχείο που κάνει την ταινία ξεχωριστή. Το στοιχείο της σχετικοποίησης, του να παρακολουθούμε δηλαδή τις συμπεριφορές των ανθρώπων σε σχέση με το περιβάλλον με το οποίο βρίσκονται σε άμεση αλληλεπίδραση και από εκεί και μετά να κρίνουμε την ορθότητα ή όχι των επιλογών τους βάζοντας πλέον στο παιχνίδι και τους δικούς μας εαυτούς προσιδιάζοντας αυτές τις επιλογές στις δικές μας ζωές.

Η ταινία προβλήθηκε στο 63ο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποσπώντας έξι βραβεία, ανάμεσά τους και το βραβείο καλύτερης πρωτοεμφανιζόμενης σκηνοθέτιδος. Στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ινδίας (Goa), κέρδισε το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, ενώ έχει ήδη αποσπάσει εξαιρετικές διεθνείς κριτικές. Υποψήφια για 17 βραβεία Ίρις.

--------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...

"Το μόνο πράγμα που είναι χειρότερο από ένα κακό παρελθόν είναι ένα απογοητευτικό μέλλον" - Ευλογία | EDITORIAL

Πίσω από τη λέξη καθήκον έχουν διαπραχθεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ιστορίας απαντά στην επιτροπή των στρατιωτικών ο ποιητής, Ζίγκφριντ Σασούν που τον ανακρίνουν για τη δήλωση που απέστειλε στον  συνταγματάρχη του, τον Ιούλιο του 1917 γνωστή ως "Δήλωση του Στρατιώτη" (Soldiers Declaration) σύμφωνα με την οποία αρνείται να συμμετάσχει άλλο στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο στον οποίο συμμετείχε η πατρίδα του. Ο Σασούν έχοντας βιώσει από κοντά τη φρίκη του πολέμου, τολμά να εκφράσει δημόσια την άποψή του λέγοντας ότι η συμμετοχή της πατρίδας του στον πόλεμο αυτό δεν εξυπηρετεί κανέναν αμυντικό σκοπό ούτε γίνεται για πατριωτικούς λόγους, αλλά εξυπηρετεί μία ιμπεριαλιστική πολιτική με θύματα αμέτρητες αθώες ζωές. Και όταν ο ίδιος αναφέρεται στην ηθική και την ανθρωπιά που θα πρέπει να διέπουν τις αποφάσεις των αρχών και των κέντρων εξουσίας που ανερυθρίαστα έστελναν στον τάφο χιλιάδες ανθρώπους, οι λέξεις αυτές πέφτουν στο κενό και ο ίδιος οδηγείται στο ψυχιατρείο, εκεί που οδηγούνταν οι αντιρρησίες συνείδησης.
Οι λέξεις ηθική και ανθρωπιά είναι  αυτές  που βασανίζουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του τον ποιητή,  αναζητώντας διαρκώς το αντίκρισμά τους σε μία κοινωνία όπου το πεδίο μάχης του πολέμου μεταφέρεται και στα χρόνια της ειρήνης. Ένας "πόλεμος" που έχει να κάνει με τη λήθη, τον συμβιβασμό, το περιχαράκωμα της τέχνης στα σαλόνια της αστικής τάξης, την παθητική στάση των ανθρώπων που τροφοδοτείται από την αυταρέσκειά τους, τον ναρκισσισμό τους, τη ματαιοδοξία τους, τους ρηχούς συναισθηματισμούς που λειτουργούν ως μια μορφή ψευτοκάθαρσης εμποδίζοντάς το άτομο να διεισδύσει στην ουσία των αληθινών σχέσεων, στην κατανόηση του άλλου και στην αληθινή κάθαρση που μπορεί να του προσφέρει μια τέτοιου είδους επικοινωνία.
Τα όσα αντίκρισε ο Σασούν και τα όσα βίωσε ο ίδιος κατά τη διάρκεια του Α’ παγκόσμιου πολέμου, τον συνοδεύουν σε όλη του τη ζωή.  Αναζητά τη λύτρωση, μέσα από την ποίηση, μέσα από τον έρωτα και προς το τέλος της ζωής του μέσα από τη θρησκεία, σε μια κοινωνία όμως, που κάθε άλλο παρά έτοιμη είναι να αναθεωρήσει να αντιταχθεί, να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος, να προχωρήσει μπροστά. Και μπορεί οι συνθήκες να αλλάζουν όμως οι άνθρωποι, διαπιστώνει ο ποιητής, δύσκολα αλλάζουν. Άγονται και φέρονται κάθε φορά από τους εκάστοτε συστημικούς μύθους παραμένοντας πάντα δυνάμει θύματα.
Ο Σασούν αναζητά σε όλη τη διάρκεια της ζωής του κάτι μόνιμο κάτι αμετάβλητο, κάτι που θα υπάρχει ακόμα και όταν ο ίδιος θα έχει φύγει από τη ζωή. Πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής του αναλογίζεται τους ανθρώπους που σημάδεψαν αυτή και αναζητά τα βλέμματα τους εκείνα που θα του δώσουν τη δύναμη να παραμείνει ζωντανός ενάντια στη "νικημένη επαγρύπνηση της ζωής του", όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε στίχο ποιήματός του.   Είναι ένας πραγματικός διανοούμενος που ασκεί μία αρνητική κριτική και μία πολεμική στις κυρίαρχες παραδοσιακές και πατριωτικές αξίες που νομιμοποιούν τα εγκλήματα που διαπράττονται είτε σε καιρό πολέμου  είτε σε καιρό ειρήνης, απόρροια μιας πολιτικής που στερεί από τους ανθρώπους τη δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής σε όλα τα επίπεδα της ζωής τους. Μία στέρηση στην οποία όμως συνδράμουν και οι ίδιοι οι άνθρωποι μέσω της παθητικής τους στάσης που καταφεύγουν με ευκολία στο προεπιλεγμένο συστημικό  πεδίο δράσης που τους παρέχεται και ικανοποιεί τις ανάγκες εκείνες που τους δημιουργεί η εγωπάθειά τους, στην οποία παραμένουν εμμονικά προσκολλημένοι.
Ο Σασούν διακατέχεται από μία αναστοχαστική και λιγότερο εκκοσμικευμένη ματιά που δεν μπορεί να συμπλεύσει με τα συντηρητικά ήθη της εποχής, την ομοφοβία και τους συμβιβασμούς των ανθρώπων του περιβάλλοντός του. Συμβιβασμούς, στους οποίους υποκύπτει και ο ίδιος χωρίς όμως ποτέ να καταφέρνει να εναρμονιστεί με αυτούς διατηρώντας μέσα του διαρκώς την ανάγκη απόδρασης από αυτούς και αναζητώντας μία προσωπική απελευθέρωση που γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν θα έρθει. Κι αν η προσωπική του απελευθέρωση δεν επέρχεται, κι αν οι μεγαλύτεροι του φόβοι επιβεβαιώνονται κι αν τελικά αυτό που κάποτε είχε πει στη μητέρα του "Το μόνο πράγμα που είναι χειρότερο από ένα κακό παρελθόν είναι ένα απογοητευτικό μέλλον" το βιώνει και το συνειδητοποιεί ξεκάθαρα και ο ίδιος οδεύοντας προς το τέλος της ζωής του, ωστόσο η αίσθηση που αποκομίζουμε από την ποίηση και το έργο που άφησε πίσω του, που διαποτίζει ολόκληρη την ταινία,  μας καλεί να ασχοληθούμε και να στοχαστούμε με εμβρίθεια πάνω σε αυτό. Και είναι νομίζω,  αυτό το λιθαράκι που αφήνει πίσω του ο κάθε διανοούμενος και στοχαστής που προσπάθησε μέσω της τέχνης του να εγείρει συνειδήσεις να προσεγγίσει τη βαθύτερη ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης να λύσει το αίνιγμα του ανθρώπου, να μείνει πιστός στους κώδικες ηθικής εκείνους που θέτουν τον άνθρωπο ως υπέρτατη αξία των πάντων.
Με μια πολύ διακριτική αφηγηματική ματιά χωρίς μεγαλοστομίες, με τον ποιητικό λόγο να ρέει και να εναρμονίζεται με τη σκηνοθετική γραφή, ο Τέρενς Ντέιβις μας παραδίδει την αυτοβιογραφία ενός ποιητή που υπήρξε ο διανοητής μιας εποχής, που το κατεστημένο της όταν αντιλήφθηκε ότι κινδυνεύει από αυτόν θέλησε να εξοβελίσει, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα κατεστημένα όταν αντιλαμβάνονται ότι στους κόλπους της κοινωνίας υπάρχουν οι διανοητές εκείνοι που απειλούν τα θεμέλιά τους.
Η ταινία πέρασε στα "γρήγορα" από τις χειμερινές αίθουσες. Ευελπιστώ ωστόσο ότι δεν θα έχει την ίδια τύχη στα θερινά σινεμά.

--------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...

"Close" του Λούκας Ντοντ | EDITORIAL

Αν ανοίξουμε την πόρτα του δωματίου του έφηβου γιου μας και αντικρίσουμε τον γιο μας να κοιμάται αγκαλιά με τον κολλητό του φίλο, ποια θα είναι η πρώτη μας σκέψη για τη μεταξύ τους σχέση; Και πόσο διαφορετικά θα είναι τα συναισθήματά μας από μια άλλη εικόνα που ενδόμυχα θα θέλαμε να δούμε; Την εικόνα του γιου μας αγκαλιά με ένα κορίτσι; Πόσο έχουμε καλλιεργήσει σαν ενήλικες τη σκέψη ότι η έλξη δύο ανθρώπων του ιδίου φύλου σε αυτή την ηλικία  όπου εκδηλώνονται τα πρώτα ερωτικά ενδιαφέροντα και οι σεξουαλικοί πειραματισμοί, μπορεί να εντάσσονται στη φυσιολογική διαδικασία της συναισθηματικής και κοινωνικής ωρίμανσης του εφήβου; Και πόσο έτοιμοι είμαστε να αποδεχτούμε τις επιλογές τους που οι ίδιοι θα οδηγηθούν προκειμένου να ανακαλύψουν μόνοι τους όλες τις παραμέτρους μίας σχέσης που θα τους οδηγήσει στο να αξιολογήσουν οι ίδιοι σωστά αυτή τη σχέση και να της δώσουν το σχήμα και τη μορφή που ικανοποιεί τις δικές τους βαθύτερες ανάγκες; Ανάγκες που μπορεί και να μην γνωρίζουμε; Ή να μην θέλουμε να δούμε;Πόσο κοντά βρίσκεται ο έρωτας στη δυνατή φιλία ; Και πώς αυτός εκδηλώνεται; Ποιοι παράγοντες επεμβαίνουν στο να αλλοιώνουν μία πολύ δυνατή σχέση καλουπώνοντάς την στις νόρμες και τα στερεότυπα της κοινωνίας που δεν εμβαθύνει, που δυσκολεύεται πολύ να αποδεχτεί το διαφορετικό όσο και αν οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες επαίρονται για τα βήματα προόδου που έχουν κάνει σε αυτόν τον τομέα; Νόρμες που ενδόμυχα έχουμε αποδεχτεί και οικειοποιηθεί;
Τα ερωτήματα αυτά θέτονται στην ταινία του Βέλγου σκηνοθέτη και οι απαντήσεις τους δίνονται σκληρά ,αλλά με πολύ μεγάλη ειλικρίνεια, στον προαύλιο χώρο του σχολείου όπου οι δύο κολλητοί φίλοι  ο Λεό και ο Ρεμί έρχονται αντιμέτωποι με έναν άλλον κόσμο έξω από τον δικό τους κλειστό κόσμο , έναν κόσμο που έρχεται σε μία πολύ μεγάλη σύγκρουση με τον δικό τους , σηματοδοτώντας τη βίαιη μετάβαση από την παιδική ηλικία στον κόσμο της σταδιακής εισόδου στην ενήλικη ζωή. Και δίνονται οι απαντήσεις στον τρόπο που τα παιδιά αυτά αντιμετωπίζονται από τους συμμαθητές τους . Έναν τρόπο που αντανακλά τον τρόπο  διαπαιδαγώγησης των συμμαθητών τους, μία διαπαιδαγώγηση που δυστυχώς έχει στηριχτεί στα στερεότυπα που για πολλά χρόνια, αιώνες θα λέγαμε, παρεμποδίζουν την ομαλή και φυσιολογική εξέλιξη των ανθρωπίνων σχέσεων.
Ο φόβος της ομοφυλοφιλίας πάντα υπάρχει, πάντα καραδοκεί στις οικογένειες και παρόλα τα βήματα προόδου που έχουν σημειωθεί, και παρά τις θεωρητικές δηλώσεις του τύπου το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η ευτυχία του παιδιών , ωστόσο πρόκειται για ένα θέμα ταμπού που αποσιωπάται, γιατί  παραμένει ταμπού στο μυαλό των ενήλικων, στο μυαλό των γονέων, στο μυαλό των ανθρώπων που ασχολούνται με την εκπαίδευση και την ψυχική υγεία των παιδιών. Που δεν τολμούν να μιλήσουν ανοιχτά για αυτά τα θέματα δίνοντας τους τις πραγματικές τους διαστάσεις μέσα στα πλαίσια της προσωπικής εξέλιξης και της ελεύθερης επιλογής του κάθε ατόμου. Ένας φόβος που καλλιεργείται  εντέχνως από το ίδιο το σύστημα που τροφοδοτεί την ομοφοβία, προκειμένου να την χρησιμοποιεί κατά το δοκούν όταν και όποτε χρειαστεί να αποδώσει ευθύνες στα δικά του εγκλήματα. Ενός συστήματος που πάντα φροντίζει να περιθωριοποιεί ομάδες που αποτελούν για αυτό τα μαξιλαράκια ασφαλείας , αυτά της απόδοσης και της μετάθεσης των δικών του ευθυνών που σχετίζονται με παντός τύπου εγκλήματα που το ίδιο διαπράττει (κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά).
Μία πολύ δυνατή σχέση αγάπης, εμπιστοσύνης, ασφάλειας, κατανόησης και βαθιάς ενσυναίσθησης έχει αναπτυχθεί  ανάμεσα στους δύο εφήβους τον Λεό και τον Ρεμί που από μικροί μεγαλώνουν μαζί και δεν αποχωρίζονται ποτέ ο ένας τον άλλον. Μία σχέση που δείχνει ότι θα λειτουργεί  προστατευτικά και δεν πρόκειται να την αμαυρώσει κανένα γεγονός στην περαιτέρω πορεία της ζωής τους. Η ξενοιασιά της παιδικής ηλικίας στη φύση, η ίδια η ευεργετική επίδραση της φύσης, τα παιχνίδια τους σε αυτήν,  η βραδινή συντροφιά που κρατά ο ένας στον άλλον κατευνάζοντας τις εφηβικές τους  ανησυχίες, όλα αυτά δεν προοικονομούν με τίποτα αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει. Αυτό που θα συμβεί  όταν οι δύο κολλητοί βρεθούν στον προαύλιο χώρο του σχολείου , ενός άλλου κόσμου, έξω από τον δικό τους, ξεκινώντας τη νέα σχολική τους χρονιά. Εκεί για τον Λεό, η ταυτότητά του που επισφραγίζεται από την βαθιά φιλία του με τον Ρεμί δεν θα είναι αρκετή για να του δώσει τα διαπιστευτήρια εισόδου στο νέο κόσμο του σχολικού περιβάλλοντος. Έναν κόσμο που θέτει αυστηρά και σκληρά κριτήρια για την αποδοχή του. Έναν κόσμο που το άγγιγμα, η σωματική επαφή, το ακούμπημα του κεφαλιού του ενός στον ώμο του άλλου θα αποτελέσουν αντικείμενο σχολίων των συμμαθητών τους, που θα σπεύσουν να χαρακτηρίσουν ομοφυλοφιλική τη σχέση των δύο φίλων. Εκεί ο Λεό θα αναγκαστεί να αναζητήσει την κοινωνική του ταυτότητα που όμως θα την πληρώσει με πολύ μεγάλο τίμημα.
Οι στερεοτυπικές καταβολές και η ομοφοβία έρχονται στο προσκήνιο της ταινίας. Μέχρι πού επιτρέπεται να αγγίζω και να ακουμπώ τον άλλον; Από μικροί μαθαίνουμε να ελέγχουμε τα συναισθήματά μας και να ελέγχουμε τη γλώσσα του σώματος προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Μαθαίνουμε να μην εκφραζόμαστε. Να «καταπίνουμε» τη γλώσσα του σώματος και να της επιτρέπουμε να εκφράζεται εκεί που οι άλλοι της το επιτρέπουν. Ο φόβος του Λεό μήπως τον πουν ομοφυλόφιλο έρχεται να διαταράξει τις σχέσεις του με τον κολλητό του φίλο. Ο φόβος αυτός που αρχίζει σταδιακά να εσωτερικεύεται έρχεται να σταθεί εμπόδιο στην φυσιολογική του ωρίμανση και στην επιλογή της σεξουαλικής του ταυτότητας. Μιας ταυτότητας που εκβιάζεται, που η ομοφοβία δεν θα την κάνει ποτέ να αποκαλυφθεί. Με έναν πολύ βίαιο , επώδυνο  εσωτερικά τρόπο ο Λεό αποχαιρετά την παιδική του ηλικία , αποχαιρετά τον φίλο του...
Όταν στην τελευταία σκηνή  στρέφει το βλέμμα του προς τα πίσω δεν αποχαιρετά μόνο αυτά, αλλά στρέφει το βλέμμα του και προς εμάς καλώντας μας  να αναλογιστούμε τις δικές μας ευθύνες για αυτόν τον βίαιο αποχωρισμό, να αναζητήσουμε τις πραγματικές αιτίες σε αυτό που συμβαίνει στον ψυχισμό ενός παιδιού που η κοινωνία το θέλει αλλιώς  και παρεμβαίνει βίαια για να κατευθύνει αυτή την αλλαγή. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στον κολλητό του, τον Ρεμί  που δεν αντέχει αυτή την καταστροφική της επέμβαση στον δικό του κόσμο. Να πάρουμε θέση απέναντι στη στάση μιας κοινωνίας  που για το μόνο που ενδιαφέρεται είναι η συγκάλυψη . Μία συγκάλυψη που μας απομακρύνει μέρα με τη μέρα από τη φυσιολογική εξέλιξη, μια εξέλιξη που παρεμποδίζεται και που κανείς δεν έχει τη διάθεση να διαλύσει αυτά τα εμπόδια, ίσως γιατί πλέον έχουμε φτάσει στο σημείο που η συγκάλυψη έχει γίνει κομμάτι του εαυτού μας σε τέτοιο βαθμό που να τη θεωρούμε μέρος πλέον και της δικής μας  πορείας σε αυτή τη ζωή.
Πολύ δυνατά κοντινά πλάνα, πολύ δυνατά τα βλέμματα ,πολύ δυνατές οι σιωπές, μας αποκαλύπτουν το αθέατο κόσμο του ψυχισμού των παιδιών-εφήβων. Τις στιγμιαίες αντιδράσεις τους και τα έντονα συναισθηματικά τους ξεσπάσματα, που όμως παραβλέπουμε, ενδεικτικά  των κραυγών βοήθειας και των μηνυμάτων που μας στέλνουν τα παιδιά σε ένα σύστημα που δεν τα βοηθά να εκφραστούν διαφορετικά. Και που εμείς οι ενήλικες  δεν θέλουμε να διαταράξουμε, γιατί  το βόλεμα που μας παρέχει έχει έρθει να καλύψει τα πάντα. Αρκούμαστε λοιπόν στην επιφανειακή διαχείριση τους, συγκαλύπτοντας τις κραυγές απόγνωσης αφήνοντας πίσω αυτούς που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν σε αυτό, προχωρώντας μπροστά... Μόνο που το "μπροστά" θα είναι πάντα λειψό και θα αναζητά διαρκώς το γνήσιο, το ουσιαστικό που άφησε αβοήθητο πίσω να χαθεί.
Λούκας Ντοντ: Ο Βέλγος  νεαρός  σκηνοθέτης που μας έχει αποδείξει πολύ καλά (προηγούμενη ταινία του το «Girl») ότι ξέρει να κινηματογραφεί τα συναισθήματα των εφήβων, τον τρόπο να τα προβάλλει και να  φέρνει τη διαλεκτική τους αντιμέτωπη με τα στεγανά μιας κοινωνίας που αρνείται πεισματικά αυτή τη διαλεκτική.
Η ταινία έχει αποσπάσει το  Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες και ήταν υποψήφια για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. 

--------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...


Σάββατο 1 Απριλίου 2023

Η χώρα του Θεού του Χλινούρ Παλμασόν | EDITORIAL


"
Πώς θα καταφέρω να ακούσω τον Θεό;" ρωτάει ένας ντόπιος κάτοικος του νησιού που συνοδεύει τον ιερέα στη δύσβατη πορεία του σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Ισλανδίας, ξεχασμένο από Θεούς και ανθρώπους, όπου οι κάτοικοι έχουν βρει τις δικές τους νόρμες και τους δικούς τους τρόπους επιβίωσης. "Δεν είναι το άκουσμα, είναι η αίσθηση του απαντά ο ιερέας". Αυτή την αίσθηση, όμως ο ίδιος δεν την έχει νιώσει. Και αυτή την αίσθηση αναζητά προκειμένου να αποδείξει τη δογματική του πίστη. Μία πίστη σε έναν Θεό που απαιτεί την πλήρη υποταγή του ατόμου σε αυτόν. "Πρέπει να αφοσιωθείς εντελώς σε αυτόν, να αποβάλλεις οτιδήποτε έχει να κάνει με την ικανοποίηση των προσωπικών σου αναγκών, οτιδήποτε ορμάται από μέσα σου και βρίσκει την ικανοποίηση στον κόσμο των αισθήσεων και των απολαύσεων που σου παρέχει η εγκόσμια ζωή, για να καταφέρεις να μεταφερθείς στο εξωκοσμικό σύμπαν της συνύπαρξής σου και της συνδιαλλαγής σου με τον Θεό", είναι τα λόγια του ιερέα, λόγια όμως που αποδεικνύονται ανούσια όταν ο ίδιος βρίσκεται αντιμέτωπος με τη σκληρότητα της φύσης και την εξίσου σκληρή συμπεριφορά των ανθρώπων που προσπαθούν να βγουν νικητές στον αγώνα τους με αυτήν.
Τα αιώνια υπαρξιακά προβλήματα καθώς και οι μεταφυσικές αγωνίες που απασχολούν τον άνθρωπο από την αρχή της ύπαρξής του στον πλανήτη, αποτελούν το κεντρικό θέμα της ταινίας του Πάλμασον (γνωστός μας από την ταινία "Μια λευκή, λευκή μέρα"). Μιας ταινίας όπου ο ρεαλισμός συνοδοιπορεί με τη μαγεία. Και τη φαντασία ταυτόχρονα. Μια φαντασία που οδηγεί σε έναν κόσμο παραισθήσεων μέχρι που αυτές οι παραισθήσεις να βρουν διέξοδο στην πραγματικότητα και να κλείσουν έτσι τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής που περιέχει μέσα της αυτή την αιώνια διαπάλη. Της ανημπόριας του ανθρώπου να υποτάξει αυτό που γνωρίζει ότι δεν μπορεί, αλλά που παλεύει εναγωνίως να το νικήσει. Τον θάνατο. Το πιο δυνατό και ανίκητο όπλο της φύσης.
19ος αιώνας. Η Ισλανδία βρίσκεται υπό την κατοχή της Δανίας και οι αποικιοκράτες Δανοί προκειμένου να εδραιώσουν την κυριαρχία τους σε αυτό το νησί, στέλνουν έναν ιερέα να χτίσει μία εκκλησία σε ένα μακρινό χωριό, όπου οι κάτοικοι ζουν απομονωμένοι αντιμέτωποι με τα δεινά της φύσης. Μιας φύσης που διαθέτει μία ανυπέρβλητη ομορφιά, αλλά και μια ανελέητη ταυτόχρονα σκληρότητα που απαιτεί μεγάλο αγώνα από τον άνθρωπο για να την αντέξει. Να αντέξει αυτή την αμφισημία της ομορφιάς που συμπλέει με το απάνθρωπο στοιχείο που τη συνοδεύει.
Χωρίς να συνειδητοποιεί αρχικά ο ιερέας τι είναι αυτό που του ζητείται, να εμφυσήσει δηλαδή στους ανθρώπους του νησιού τον σπόρο της υποταγής, κάτι που βολεύει πολύ την εδραίωση της αποικιοκρατικής πολιτικής της Δανίας που χρησιμοποιεί φυσικά την εκκλησία προς επίτευξη του σκοπού της (και κάτι που ιστορικά το συναντάμε πολύ συχνά, χέρι-χέρι εκκλησία και κράτος έχουν διαπράξει τα μεγαλύτερα εγκλήματα αποικιοκρατικής πολιτικής) ξεκινά το οδοιπορικό ενός μεγάλου ταξιδιού που τον φέρνει αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον εαυτό και τις ψευδαισθήσεις που ο ίδιος είχε καλλιεργήσει μέσω της πίστης προς τον Θεό. Μίας πίστης ξεκομμένης από τα ανθρώπινα, ξεκομμένης από την ζωή των ανθρώπων που η επιβίωσή τους είναι ένας διαρκής αγώνας και που δεν τους επιτρέπει τα περιθώρια της πνευματικής αναζήτησης. Ωστόσο όμως, η σκληρότητα των πράξεων στις οποίες προβαίνουν προκειμένου να επιβιώσουν, ανασύρει μέσα τους την ανάγκη εύρεσης μιας ισορροπίας που θα τους βοηθήσει να κατανοήσουν τα όρια της ανθρώπινης συμπεριφοράς και πότε αυτή γίνεται ανήθικη καταστρέφοντας τις ζωές των άλλων ανθρώπων. Όρια που είναι διακριτά στην παιδική σκέψη (εξαιρετική η σκηνή του μονόλογου της μικρής που απευθύνεται προς τον ιερέα) που χάνονται όμως στην πορεία όταν ο άνθρωπος μόνος του παλεύει με τα στοιχεία της φύσης, μιας φύσης που δεν χαρίζεται.
Ο ιερέας-ήρωάς μας, ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μία η απεικόνιση στο νοησιαρχικό του σύμπαν των πνευματικών αληθειών που αναζητούν το αντίκρισμά τους στον πραγματικό κόσμο και από την άλλη η επιθυμία του να αποδοθεί ένα αντίγραφο του πραγματικού κόσμου. Για αυτό και καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του αποθανατίζει φωτογραφικά τα τοπία και τους ανθρώπους που συναντά. Η λήψη των φωτογραφιών με τα μέσα της εποχής του 19ου αιώνα (εξαιρετική η απόδοση των μέσων λήψης φωτογραφίας-γυάλινες φωτογραφικές πλάκες, αυτοσχέδιοι φωτογραφικοί σκοτεινοί θάλαμοι εμφάνισης των φωτογραφιών, ασήκωτο φορτίο όλος ο εξοπλισμός- προγόνων των σημερινών ψηφιακών μέσων) υπερβαίνει τον φωτογραφικό ρεαλισμό που θέλει τον άνθρωπο που χειρίζεται την κάμερα να επεμβαίνει δευτερογενώς. Εδώ η επέμβαση είναι πρωτογενής, γιατί ο ιερέας ελκύεται από τη δύναμη της αντικειμενικότητας του αναπαριστώμενου όχι μόνο για να αποδώσει την πιστή εικόνα της πραγματικότητας, αλλά γιατί γοητεύεται από το πάγωμα του ωραίου. Είναι ίσως και το μοναδικό του όπλο απέναντι στη φθορά, απέναντι σε ό,τι πεθαίνει κάθε στιγμή που περνά.
Και είναι ίσως και η απάντηση που εμείς ως θεατές θα δίναμε στην ερώτηση του ντόπιου κατοίκου. Θεός είναι η ομορφιά γύρω μας που δεν την βλέπουμε στην καθημερινότητά μας, που την αγνοούμε, που δεν την "ακούμε". Προσπαθούμε να την μιμηθούμε καταφεύγοντας σε εξωτερικούς καλλωπισμούς, στημένους τις περισσότερες φορές, αναζητώντας μία αισθητική που απέχει από τη φυσική ομορφιά (ενδεικτική η σκηνή που ο ιερέας προσπαθεί να στήσει το κάδρο με τη μικρή πάνω στο άλογο χάνοντας την ομορφιά της φυσικότητάς της μέσα στο στυλιζάρισμα που επιχειρεί). Και είναι η ίδια η αντικειμενικότητα της ομορφιάς που μιμείται εμάς, "βγάζοντας μας τη γλώσσα της", καταδεικνύοντας έτσι την υποκρισία μας που ορμάται από τον εγκλεισμό μας στην όποια προσωπική ματαιοδοξία μας, και τιμωρώντας μας για αυτήν. Είναι ο Θεός τιμωρός μας.
Κινηματογραφικά κάδρα αξεπέραστης ομορφιάς που μόνο στη μεγάλη οθόνη μπορείς να απολαύσεις μέσα στη σιγαλιά και το απόκοσμο της σκοτεινής κινηματογραφικής αίθουσας (μην επιχειρήσετε πλατφόρμα, θα χάσετε τη μισή ομορφιά!). Ταινία για τους λάτρεις της φύσης, τους λάτρεις της φωτογραφίας και για όσους αναζητούν την κατανόηση του βαθύτερου που καθοδηγεί τις ζωές μας, ελέγξιμου και μη. Ο κινηματογράφος στα καλύτερά του, μας ξεδιπλώνει τον μικτό χαρακτήρα της τέχνης του, μιας μη καθαρολογικής τέχνης που συγχωνεύει στοιχεία πολλών τεχνών θεατρικότητα, φωτογραφία, μουσική, ζωγραφική παράγοντας ένα άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα που αναδεικνύει στον μέγιστο βαθμό αυτό που βρίσκεται έξω από την εξωτερική επιφάνεια του κόσμου γύρω μας.
Η ταινία αναδείχτηκε καλύτερη ταινία στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν και απέσπασε το βραβείο καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ του Σικάγο. 
--------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...

Δείτε ακόμη:

Ετικέτες

Κινηματογραφική Λέσχη Πετρούπολης dimos petroupolis petroupoli.gov.gr pkdp.gr σινέ πετρούπολις Δήμος Πετρούπολης Θερινός Κινηματογράφος Πετρούπολης δημοτικός κινηματογράφος πετρούπολης Θερινό Σινεμά Πετρούπολης Πνευματικό Κέντρο Πετρούπολης πολιτιστικό κέντρο πετρούπολης πρόγραμμα 2017 Κινηματοθέατρο Πετρούπολις editorial άρθρα Ελεύθερη είσοδος παιδική ταινία πρόγραμμα 2018 όσκαρ πρόγραμμα 2019 ελληνική ταινία cinelesxi_petroupolis Petroupoli Πετρούπολη καλοκαίρι 2022 Ταινίες Ινστιτούτο Θερβάντες Σινεμά Πετρούπολη καλοκαίρι 2018 πρόγραμμα 2020 καλοκαίρι 2019 καλοκαίρι 2021 Ισπανική πρεσβεία καλοκαίρι 2020 καλοκαίρι 2023 κωμωδία Πρεσβεία Αργεντινής γαλλική ταινία Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης ισπανική ταινία πρεσβεία βενεζουέλας ιταλική ταινία χειμώνας 2019-2020 Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας ιρανική πρεσβεία Πρεσβεία Νορβηγίας ιρανική ταινία Απρίλιος 2019 Ιούνιος 2023 πρόγραμμα 2021 Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Πρεσβεία Ουρουγουάης πρεσβεία Ισημερινού