Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

The Bride!: Τα τέρατα δεν είναι αυτά που νομίζεις | EDITORIAL

Στιγμιότυπο από το The Bride!

The Bride!, της Maggie Gyllenhaal, ΗΠΑ(2026)

Η Maggie Gyllenhaal ανασταίνει έναν μύθο και τον γυρίζει ανάποδα.

Στην πρωτότυπη "Νύφη του Φρανκενστάιν" του 1935, η Bride εμφανίζεται για δύο μόλις λεπτά και δε λέει ούτε μια λέξη. Δημιουργήθηκε για να είναι σύντροφος, χωρίς να ρωτηθεί, χωρίς να συναινέσει, χωρίς να υπάρξει ως κάτι παραπάνω από αντικείμενο. Έγινε εικόνα χωρίς φωνή. Η Maggie Gyllenhaal το είδε αυτό και αναρωτήθηκε τι να σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή. Από αυτή την απλή ερώτηση γεννήθηκε μια ταινία που αρνείται να μείνει σε ένα μόνο είδος και αρνείται να σε αφήσει αδιάφορο.

Η Bride ξυπνά όχι ως σύντροφος του Frank, αλλά ως κάτι εντελώς διαφορετικό. Μέσα της ζει η Ida, ένα κορίτσι του υποκόσμου στο Σικάγο της δεκαετίας του '30, με αναρχική διάθεση που την έκανε επικίνδυνη για τους λάθους ανθρώπους και της κόστισε τη ζωή. Δεν επέλεξε τη μοίρα της. Και μαζί της, σαν σκιά που δεν φεύγει, το πνεύμα της Mary Shelley, η γυναίκα που έφτιαξε τον μύθο αλλά δεν πρόλαβε να του δώσει τη φωνή που ήθελε. Η Mary Shelley άρχισε να γράφει τον "Φρανκενστάιν" σε ηλικία μόλις 18 ετών και το βιβλίο εκδόθηκε το 1818, όταν ήταν 20, σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν υποτίθεται ότι έγραφαν τέτοια βιβλία. Αγωνίστηκε όλη της τη ζωή να αναγνωριστεί ως δημιουργός σε έναν κόσμο που δεν έπαιρνε σοβαρά τις γυναίκες. 

Η Jessie Buckley την υποδύεται με μια ενέργεια που δεν μπορείς να την ορίσεις, γιατί ο χαρακτήρας αρνείται να οριστεί. Και αυτό είναι ακριβώς το νόημα. Σε κάποιες από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας, η Bride ξεσπά με λόγια που δεν μοιάζουν να είναι μόνο δικά της. Αυτές είναι οι στιγμές που με χτύπησαν περισσότερο. Είναι σαν να μιλάνε μέσα της όλες εκείνες που δεν μπόρεσαν ποτέ να μιλήσουν. Οι κακοποιημένες που σώπασαν, οι αθόρυβες που ξεχάστηκαν. Η Bride γίνεται η φωνή τους, και αυτές τη γεμίζουν.

Αυτό που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει είναι ότι το φεμινιστικό της μήνυμα δεν έρχεται σε μια σκηνή, σε ένα μονόλογο ή σε μια ατάκα κλειδί. Είναι παντού, σε κάθε βλέμμα, σε κάθε αντίδραση. Ακόμη και στη γυναίκα αστυνομικό που πρέπει να κρύβει τι είναι για να γίνει αποδεκτή σε έναν κόσμο που δεν την έχει φανταστεί ποτέ εκεί, που παρουσιάζεται ως κάτι λιγότερο από αυτό που είναι γιατί έτσι είναι πιο εύκολο για όλους τους άλλους. Η ταινία δεν σου λέει τι να σκεφτείς. Απλώς σε αφήνει να βλέπεις και να νιώθεις. Κάποιοι κριτικοί είπαν ότι το φεμινιστικό μήνυμα δεν αναπτύσσεται αρκετά, ότι μένει στην επιφάνεια. Δεν συμφωνώ απόλυτα. Δεν το αναπτύσσει σε βάθος σε ένα συγκεκριμένο σημείο, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά είναι παντού. Σε κάθε σκηνή, σε κάθε επιλογή, σε κάθε χαρακτήρα. Και αυτό, για μένα, είναι πιο ειλικρινές από ένα ωραίο μονόλογο.

Και οι πραγματικοί "τερατώδεις" εδώ δεν είναι ο Frank και η Bride. Είναι οι άνθρωποι γύρω τους, αυτοί που βλέπουν κάτι διαφορετικό και το θέλουν νεκρό. Η ταινία το λέει αυτό με πολλούς τρόπους κατά τη διάρκειά της, αλλά το τέλος είναι που το λέει πιο καθαρά από οτιδήποτε άλλο. Εκεί που περιμένεις κάποιον να σταματήσει και να δει, κανείς δεν βλέπει. Εκτός από μία. Αυτή η στιγμή δε βγαίνει από το μυαλό μου.

Η ταινία είναι χαοτική, αλλάζει τόνο απότομα. Για μένα όμως αυτό δεν είναι αδυναμία. Είναι επιλογή. Γιατί ακριβώς έτσι νιώθουν αυτές οι γυναίκες τον κόσμο γύρω τους. Ανεξήγητο, άδικο, φτιαγμένο με κανόνες που δεν ισχύουν για όλους εξίσου. Η Gyllenhaal δεν σε αφήνει να παρακολουθείς άνετα. Σε βάζει μέσα.

Ο Christian Bale ως Frank είναι αξέχαστος. Ένα πλάσμα που αγαπά με μανία και ψεύδεται με την ίδια μανία, που είναι ταυτόχρονα τρομακτικό και βαθιά ανθρώπινο. Κάτω από όλα αυτά όμως είναι ένα πλάσμα που πεινά για συντροφικότητα και αγάπη, τόσο απεγνωσμένα που φτάνει να πάει σε έναν γιατρό και να του ζητήσει να του φτιάξει κάποιον να αγαπήσει. Και αυτό που προκύπτει είναι μια από τις πιο απρόβλεπτες ιστορίες αγάπης που έχεις δει στο σινεμά τελευταία. Δεν είναι ο Frank που κυνηγά την Bride. Είναι δύο πλάσματα που βρήκαν ο ένας στον άλλον κάτι που δεν περίμεναν.

Το "The Bride!" δεν είναι για όλους. Αλλά αν αφεθείς σε αυτό, θα βγεις από την αίθουσα με πολλές σκέψεις και ίσως με μια ήσυχη οργή που δεν ξέρεις πού να τη βάλεις. Και αυτό, τελικά, είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει μια ταινία.

The Bride! >>


Αφροδίτη Παπαδάκη

Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.

Instagram: @alpha.pi

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

"Ομάχα": Μια πορεία προς την ελευθερία και τη σύνδεση των ανθρώπων | EDITORIAL

"Ομάχα / Omaha", του Κόουλ Γουέμπλι, Αμερική (2025)

ταινία Ομάχα κριτική

Δεν είναι εύκολο για μια ταινία, από τα πρώτα κιόλας λεπτά της, να καταργεί κάθε συναισθηματική σου άμυνα και να σε κατακλύζει συγκινησιακά, καταγράφοντας απλές, καθημερινές ανθρώπινες στιγμές. Να το κάνει ανεπιτήδευτα, αλλά με τέτοια κινηματογραφική ακρίβεια, ώστε αυτό το ανεπιτήδευτο να αποκτά όλο το βάρος του συναισθηματικού φορτίου που φέρει. Να σε κάνει να αφήνεσαι ολοκληρωτικά σε αυτήν, να συνδέεσαι με τους ήρωές της και, ελάχιστα λεπτά μετά το κλείσιμο των φώτων και την έναρξη της προβολής, να βρίσκεσαι κι εσύ εκεί: να συνταξιδεύεις με τον Μάρτιν και τα παιδιά του, την εννιάχρονη Έλλα και τον πεντάχρονο Τσάρλι, μαζί με τον σκύλο τους, τον Ρεξ, στις αχανείς εκτάσεις της Αμερικής, με κατεύθυνση τη Νεμπράσκα.

Και καθώς ταξιδεύεις, να νιώθεις ότι αυτό το ταξίδι είναι γεμάτο παράδοξα και παραλογισμούς. Ένα ταξίδι που το καταλαβαίνεις, ή έστω το διαισθάνεσαι, ως μια πορεία προς την ελευθερία. Μόνο που, την ίδια στιγμή, νιώθεις πως αυτή η ελευθερία θα τερματιστεί μόλις οι ήρωες της ταινίας φτάσουν στον προορισμό τους. Γι' αυτό δεν θέλεις να τελειώσει το ταξίδι. Κάθε φορά που το αμάξι μένει σταματημένο και πατέρας και κόρη προσπαθούν να το βάλουν μπροστά, εύχεσαι να μην τα καταφέρουν και θες να μείνεις εκεί, μέσα σε μία έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα, να παρακολουθείς τα βαθιά συναισθήματα των ανθρώπων: του πατέρα προς τα παιδιά, των παιδιών προς τον πατέρα, των παιδιών μεταξύ τους.

Ο Μάρτιν βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ξεριζώνεται από τον τόπο όπου διαμένει και αναγκάζεται να ξεκινήσει ένα ταξίδι φυγής. Στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες, το ξερίζωμα των ανθρώπων είναι πια κάτι σύνηθες. Το φαινόμενο της αποεδαφικοποίησης δεν είναι καινούργιο, όμως σήμερα οι διαστάσεις του γιγαντώνονται όλο και περισσότερο. Οι σταθεροί ρόλοι της οικογένειας, του σπιτιού, της κοινωνικής ταυτότητας, δεν είναι καθόλου αυτονόητοι. Η ρευστότητα και η ανασφάλεια κυριαρχούν, ενώ η ψευδαίσθηση της σταθερότητας μετατρέπεται σε έναν δύσκολο, ατομικό αγώνα επιβίωσης, όπου σε αυτόν τον αγώνα, η αλλοτρίωση και ο ανταγωνισμός μεγαλώνουν. Οι άνθρωποι καλούνται να σταθούν μόνοι τους σε κοινωνίες όπου τα πάντα κρίνονται, ελέγχονται και καθορίζονται από το χρήμα.

Ομάχα κριτική

Κι όμως, όσο κι αν ο καπιταλισμός αποεδαφικοποιεί τους ανθρώπους, όσο κι αν τους ξεριζώνει από τον τόπο, το σπίτι και τις βεβαιότητές τους, δεν καταφέρνει πάντοτε να διαρρήξει τους δεσμούς που αναπτύσσουν μεταξύ τους. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τους δεσμούς ανάμεσα σε έναν πατέρα και τα παιδιά του. Και παρακολουθώντας την ταινία, σκέφτεσαι πως ίσως η μόνη σωτηρία βρίσκεται στην κίνηση. Στο να συνεχίζεις να τρέχεις. Στο να σπρώχνεις, μαζί με τον άλλον, το σαραβαλιασμένο όχημα, μπας και πάρει ξανά μπρος η ζωή σας.

Δεν γνωρίζουμε τι έχει συμβεί πριν στη ζωή του Μάρτιν και της οικογένειάς του. Ξέρουμε μόνο ότι η μητέρα δεν υπάρχει πια στη ζωή τους, εξαιτίας κάποιας αρρώστιας. Ό,τι χρειάζεται όμως να μάθουμε, το μαθαίνουμε μέσα σε αυτό το ταξίδι διάρκειας περίπου τριών ημερών. Το μαθαίνουμε μέσα από τους διαλόγους, όχι διαλόγους περιγραφικούς ή επεξηγηματικούς, αλλά αποσπασματικούς και αυθεντικούς ταυτόχρονα. Διαλόγους ανάμεσα σε έναν ενήλικα που κουβαλά χίλια προβλήματα στο μυαλό του και σε δύο παιδιά που διαισθάνονται την πραγματικότητα, αλλά έχουν ακόμη τη μοναδική ικανότητα να ξεγλιστρούν από αυτήν και να ταξιδεύουν στους δικούς τους κόσμους. Από τη μία, ένας πατέρας που προσπαθεί να κρύψει καλά όσα δεν μπορούν να ειπωθούν, όσα δεν θέλει να γίνουν ορατά, όσα ούτε ο ίδιος μπορεί να διαχειριστεί. Από την άλλη, τα παιδιά, που τον κοιτούν, τον ακολουθούν, τον αγαπούν, χωρίς να μπορούν πάντα να καταλάβουν πλήρως το βάρος που εκείνος κουβαλά.

Και αυτό το βάρος είναι δυσβάσταχτο. Και βασικά, αδύνατον να σηκωθεί. Η ταινία περιγράφει ακριβώς αυτό: το αβάσταχτο ενός φορτίου που δεν λέγεται καθαρά, αλλά υπάρχει παντού. Στις παύσεις, στις μικρές χαρούμενες και συναισθηματικές στιγμές των ανθρώπων και στα γεμάτα ένταση βλέμματα. Βλέμματα που δεν κοιτούν απλώς, αλλά περιμένουν την ανταπόκριση μιας κοινής συνάντησης. Μιας συνάντησης που λέει πολλά. Που δηλώνει την αδυναμία, τα αδιέξοδα, τις ενοχές, αλλά που στην επιφάνεια κρατά ζωντανή την ουσία της σχέσης: την αγάπη. Ό,τι αξίζει και ό,τι μένει χαραγμένο ανεξίτηλα μέσα από εκείνες τις στιγμές που τη φανερώνουν. Ό,τι δεν μπορεί κανένα σύστημα να ξεριζώσει. Ό,τι τελικά δίνει κίνηση στη ζωή μας.

Ομάχα κριτική 2

Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Αμερικανός σκηνοθέτης Κόουλ Γουέμπλι μάς αποκαλύπτει το σκηνοθετικό του ταλέντο. Ο ήχος και η εικόνα μέσα στο αυτοκίνητο λειτουργούν αντιστικτικά προς την εξωτερική ζωή που συνεχίζεται αδιάφορη έξω από αυτό, ενισχύοντας την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ταινίας. Η μουσική μέσα στο αυτοκίνητο, που ζωντανεύει την ατμόσφαιρα ανασύροντας ευχάριστες μνήμες και στιγμές, έρχεται σε αντιπαραβολή με τους ήχους της κίνησης έξω από αυτό. Κάθε δυνατό χτύπημα της πόρτας, κάθε φορά που αυτή κλείνει, μοιάζει να κόβει απότομα την επαφή με τον έξω κόσμο, αλλά και τον μέσα κόσμο, αφήνοντας πίσω του μια "βίαιη" σιωπή. Την ίδια στιγμή, οι ανοιχτές εικόνες της ελευθερίας έξω από το αυτοκίνητο συγκρούονται με το "κλειστό" του εσωτερικού χώρου. Έξω απλώνονται οι αχανείς εκτάσεις, ο δρόμος, η δυνατότητα της φυγής. Μέσα, όμως, υπάρχει το βάρος, η ασφυξία, η σιωπηλή ένταση των ανθρώπων που ταξιδεύουν μαζί κουβαλώντας ο καθένας τα δικά του βάρη, τα δικά του αναπάντητα ερωτήματα στις μεγάλες αδικίες της ζωής.

Ο Κόουλ Γουέμπλι ξέρει πολύ καλά να χρησιμοποιεί τα εκφραστικά του μέσα για να πετύχει τον σκοπό του. Φτιάχνει μια ταινία που σε κάνει πρωτίστως να αισθάνεσαι. Να αισθάνεσαι αληθινά, να έρχεσαι σε επαφή με το συναίσθημά σου, να συνδέεσαι όχι μόνο με τον κόσμο των ηρώων, αλλά και με τον δικό σου εσωτερικό κόσμο.

Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε έναν παράλογο κόσμο, όπου σχεδόν όλα μοιάζουν επισφαλή. Γιατί εκεί, μέσα σε αυτή την επισφάλεια, το μόνο που απομένει αληθινό είναι η σύνδεση των ανθρώπων. Και όταν αυτή η σύνδεση συμβαίνει και μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα προβολής, τότε κατανοείς ακόμη περισσότερο την ανάγκη και τη σπουδαιότητά της τέχνης του κινηματογράφου.


Καλλίτσα Βλάχου
Καλλίτσα Βλάχου
Εκπαιδευτικός, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) και της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MA) στις Ανθρωπιστικές Σπουδές του ΕΑΠ, με διπλωματική εργασία πάνω στα κινηματογραφικά είδη και τον σύγχρονο κοινωνικό κινηματογράφο. Έχει ολοκληρώσει προγράμματα του ΕΚΠΑ στη σκηνοθεσία, την αφήγηση και τη δημιουργική γραφή.
Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει, βλέπει ταινίες και παρακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις. Τον υπόλοιπο ελάχιστο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Weapons: Ο Zach Cregger και ο τρόμος της διπλανής πόρτας | EDITORIAL

"Weapons", του Zach Cregger, ΗΠΑ, 2025

Χρόνια είχα να νιώσω ότι μια ταινία τρόμου με αγγίζει αληθινά. Και το "Weapons" του Zach Cregger το κατάφερε, από την πρώτη σκηνή μέχρι το τελευταίο κλάσμα δευτερολέπτου, επιβεβαιώνοντας γιατί θεωρείται πλέον ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς του είδους παγκοσμίως.

Η αφορμή είναι απλή αλλά σοκαριστική: ένα βράδυ, στις 2:17 τα ξημερώματα, μια ολόκληρη τάξη παιδιών εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Το μόνο παιδί που μένει πίσω είναι ο μικρός Άλεξ. Εκεί αρχίζει το πραγματικό ταξίδι. Ο Άλεξ είναι όλοι εκείνοι που έμειναν πίσω μετά από μια καταστροφή, αναγκασμένοι να κουβαλούν ένα βάρος που δεν τους αναλογεί.

Η κοινότητα, μπροστά σε κάτι που δεν μπορεί να εξηγήσει, αντιδρά με τον πιο αρχέγονο τρόπο, ψάχνει έναν ένοχο. Η δασκάλα Justine γίνεται ο εύκολος στόχος. Η Julia Garner, με την ένταση που τη χαρακτηρίζει, δείχνει πώς μια κλειστή κοινωνία προτιμά να καταστρέψει έναν αθώο παρά να αντιμετωπίσει το σκοτάδι που πηγάζει από μέσα της. Και η πτώση δεν σταματά εκεί. Ακόμα και οι θεσμοί, όπως ο διευθυντής του σχολείου, μετατρέπονται σε όργανα βίας. Ο φόβος διαβρώνει την ηθική και οι υποτιθέμενοι φύλακες γίνονται δήμιοι.

Στο επίκεντρο όλων βρίσκεται η Gladys. Η Amy Madigan, σε μια ερμηνεία που δίκαια βραβεύτηκε με Όσκαρ, ενσαρκώνει μια φιγούρα που δεν δρα με ανθρώπινη λογική. Είναι η προσωποποίηση του πόνου που ριζώνει σε μια οικογένεια, το σκοτεινό φορτίο που κληρονομείς χωρίς να το ξέρεις, το μυστικό που όλοι γνωρίζουν αλλά κανείς δεν ονομάζει, που περνά από τους μεγαλύτερους στους μικρότερους σαν να είναι φυσικό.

Στιγμιότυπο από την ταινία Weapons 2

Ακόμα και ο τίτλος έχει κάτι να πει. Τα "Weapons" δεν είναι μόνο τα αντικείμενα. Το πιο φονικό όπλο στην ταινία είναι η σιωπή και η αδιαφορία των ενηλίκων. Και δεν είναι τυχαίο ότι η ώρα 2:17 εμφανίζεται χαραγμένη πάνω σε ένα τεράστιο assault rifle (όπλο που χρησιμοποιείται στις επιθέσεις σε σχολεία στην Αμερική) που αιωρείται πάνω από ένα σπίτι στο όνειρο ενός πατέρα. Το 2:17 δεν είναι μόνο η ώρα που εξαφανίστηκαν τα παιδιά. Είναι και οι 217 ψήφοι με τις οποίες η αμερικανική Βουλή ψήφισε υπέρ της απαγόρευσης των assault weapons το 2022, ένα νόμο που τελικά δεν πέρασε. Το όπλο δεν αιωρείται τυχαία. Είναι η Αμερική που αδυνατεί να προστατέψει τα παιδιά της.

Η δομή της ταινίας, με τα διαφορετικά κεφάλαια και τις εναλλασσόμενες οπτικές γωνίες, μπορεί στην αρχή να σε μπερδέψει λίγο. Μείνε όμως. Γιατί όταν αρχίζουν να συνδέονται τα κομμάτια, η αίσθηση είναι μοναδική. Ο Cregger χρησιμοποιεί το μαύρο χιούμορ και το νευρικό γέλιο για να σπάσει την ένταση εκεί που δεν το περιμένεις, κάνοντας τον τρόμο να μοιάζει ακόμα πιο αληθινός και ασφυκτικός.

Το "Weapons" δεν είναι απλώς μια καλή ταινία τρόμου. Είναι ένα τεράστιο κινηματογραφικό επίτευγμα που μελετά πώς το μίσος δεν εξαφανίζεται ποτέ, αλλά απλώς μεταμορφώνεται και βρίσκει νέα χέρια για να συνεχίσει τον κύκλο του. Ο Cregger μας αφήνει με μια επίγευση που διαρκεί. Ακόμα και όταν η καταιγίδα περνάει, το τραύμα αφήνει πίσω του μια σιωπή που λέει περισσότερα από κάθε λέξη. Είναι μια ταινία που έχει κάτι να πει, και το λέει με τον πιο έξυπνο τρόπο, κρύβοντάς το μέσα στον τρόμο, έτσι ώστε να το νιώσεις πριν καν το καταλάβεις.


Αφροδίτη Παπαδάκη

Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.

Instagram: @alpha.pi

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Σαν Αδέρφια / Homebound: Μια ιστορία φιλίας και επιβίωσης | EDITORIAL

"Σαν Αδέρφια", του Νίρατζ Γκάιγουαν, Ινδία, 2025Σαν Αδέρφια Homebound

Στην πολύ μακρά ιστορία του ινδικού κινηματογράφου (που ξεκινά από το 1896 με την προβολή ταινίας από τους αδελφούς Λυμιέρ σε ξενοδοχείο της Βομβάης και συνεχίζεται το 1913 με την προβολή της πρώτης ινδικής ταινίας μεγάλου μήκους), θα συναντήσουμε πλήθος ταινιών μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίες, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις ενός πολυπληθούς κοινού, διατηρούσαν τον ινδικό κινηματογράφο στο πεδίο της φυγής από την πραγματικότητα, με ταινίες λουσμένες σε μουσική και χορό και επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά σχήματα.

Η κατάσταση στην ινδική κινηματογραφία αλλάζει μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τρεις μεγάλους σκηνοθέτες, τον Ρατζ Καπούρ, τον Μπιμάλ Ρόι και τον Σατγιατζίτ Ράι, που στρέφουν τα κινηματογραφικά φώτα στις ζωές των απλών ανθρώπων. Ανάμεσά τους, εκείνος που κάνει πιο γνωστό τον ινδικό κινηματογράφο στη Δύση είναι ο Σατγιατζίτ Ράι με την "Τριλογία του Απού". Ο σκηνοθέτης αυτός φαίνεται να επηρεάζεται από τον ιταλικό νεορεαλισμό και μαζί με τους Καπούρ και Ρόι ανοίγουν νέους δρόμους στον ινδικό κινηματογράφο, όπου κυριαρχούν οι πορείες απλών ανθρώπων που προσπαθούν να χτίσουν τις ζωές τους σε αντίξοες συνθήκες, βαδίζοντας κόντρα σε μια κοινωνία που είναι δομημένη να ευνοεί τους λίγους και να απαξιώνει τους πολλούς και αδύναμους.

Η ταινία του Νίρατζ Γκάιγουαν "Σαν αδέλφια" ανήκει σε αυτό το ρεύμα του ινδικού κινηματογράφου όπου σκιαγραφούνται η διαφθορά της δημόσιας διοίκησης, η γραφειοκρατία, οι ταξικές συγκρούσεις και η ανεργία.

Εκεί λοιπόν, στο μακρινό χωριό Devari, στη βόρεια Ινδία, θα συναντήσουμε τον Σοέμπ και τον Τσαντάν, δύο αδελφικούς φίλους που μεγαλώνουν μαζί, ονειρεύονται μαζί, αλλά και συγκρούονται όταν η ζωή τους πληγώνει. Τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά τους τους τσακίζουν καθημερινά, τους καταρρακώνουν, τους αποδυναμώνουν και εξαντλούν τις αντοχές τους. Δεν κατορθώνουν όμως οι δυσκολίες της ζωής τους να κάμψουν τη βαθιά σχέση που υπάρχει ανάμεσά τους, παρόλο που τη θέτουν πολλές φορές σε σκληρές δοκιμασίες. Μια σχέση που έχει χτιστεί με τα υλικά που βρίσκεις σε ό,τι νοηματοδοτεί την έννοια του ανθρώπου σε κάθε εποχή, σε κάθε συνθήκη. Μια σχέση που τους κάνει να στέκονται στα πόδια τους κάθε φορά που οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της χώρας τους τους ωθούν προς το αντίθετο.

Σαν Αδέρφια / Homebound editorial

Για τον Σοέμπ και τον Τσαντάν το δικαίωμα στο όνειρο έχει μεγάλο κόστος. Ακόμη και για την πιο μικρή διεκδίκηση απαιτείται σκληρός αγώνας. Μια αίτηση που κάνουν οι δύο φίλοι στη σχολή αστυνομίας, προκειμένου να ξεφύγουν από τη φτώχεια του χωριού τους, να ανέλθουν λίγο στην κοινωνική ιεραρχία και να βοηθήσουν καλύτερα τις οικογένειές τους, απαιτεί μεγάλο αγώνα. Δεν είναι μόνο η προετοιμασία για τις εξετάσεις στη σχολή. Είναι που το να πάνε στο εξεταστικό κέντρο από το χωριό τους και να καταφέρουν να μπουν σε αυτό αποτελεί από μόνο του μια μάχη, έτσι που και οι ίδιοι να αναρωτιούνται αν πάνε για εξετάσεις ή για πόλεμο, αφού οι υποψήφιοι για τις θέσεις ανέρχονται στο 1.200.000, ενώ οι θέσεις είναι 3.200. Με ό,τι σημαίνει αυτό στη συνάθροιση των υποψηφίων, στη μετακίνηση και στον συνωστισμό που δημιουργείται, προκειμένου να διεκδικήσουν την πολυπόθητη θέση. Αλλά και τα αποτελέσματα των εξετάσεων απαιτούν τη μέγιστη υπομονή, αφού ο χρόνος έκδοσής τους περνά από πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες και ενδεχομένως από πολλά "μαγειρέματα".

Στην Ινδία των φτωχών ανθρώπων, των εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, οι δυνατότητες ανέλιξης και απόδρασης περιορίζονται ακόμη περισσότερο, καθώς στις ταξικές διακρίσεις προστίθεται και ο διαχωρισμός των καστών, με τους "ανέγγιχτους", τους Νταλίτ, να βρίσκονται στη χειρότερη θέση. Οι Νταλίτ είναι εκείνοι που βρίσκονται έξω από κάθε κάστα, οι λεγόμενοι "ανέγγιχτοι", που ονομάστηκαν έτσι γιατί θεωρούνταν ότι μολύνουν τους άλλους και γι’ αυτό δεν έπρεπε να τους αγγίζουν, ώστε να αποφεύγεται η "μόλυνση". Είναι οι απολύτως κοινωνικά περιθωριοποιημένοι. Ο Τσαντάν ανήκει στους Νταλίτ.

Από την άλλη, ο φίλος του, ο Σοέμπ, είναι σε καλύτερη μοίρα. Δεν ανήκει στους Νταλίτ, είναι ωστόσο μουσουλμάνος (οι μουσουλμάνοι αποτελούν θρησκευτική μειονότητα στην Ινδία) και εξαιτίας του θρησκεύματός του δέχεται προσβολές και κοροϊδίες, αποκαλείται "Πακιστανός", ένας χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται ως υβριστικός στην Ινδία, με δεδομένες τις όχι και τόσο καλές σχέσεις των δύο χωρών αλλά και τις διαφορετικές θρησκείες τους.

Σαν Αδέρφια EDITORIAL
Σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, κάπου σε πιο μεγάλο βαθμό, κάπου σε πιο μικρό, δεν λείπουν ποτέ οι διαχωρισμοί, τα ρατσιστικά σχόλια και αυτό το υψηλό εθνικιστικό φρόνημα που προσδίδει την ψευδαίσθηση μιας μάταιης υπεροχής, σε έναν κόσμο που καταρρέει εξαιτίας ηγετίσκων που φροντίζουν για τη διατήρησή του, απολαμβάνοντας με περίσσια ηδονή τους αιμοσταγείς επεκτατικούς τους πολέμους.

Και παρόλο που έχει ψηφιστεί νόμος που απαγορεύει τη διάκριση των ανθρώπων, ωστόσο οι νόμοι παραμένουν στα χαρτιά και οι δυνατότητες ανέλιξης των δύο νέων, που διαθέτουν και φυσική ευγένεια και ευφυΐα και, πάνω απ’ όλα, τιμιότητα, περιορίζονται εξαιτίας των βαθιά ριζωμένων αναχρονιστικών αντιλήψεων που πάντα, βέβαια, ευνοούσαν και ευνοούν την κυρίαρχη τάξη. Οι δύο νέοι εξακολουθούν να παραμένουν "κουτάκια" σε έντυπα συμπλήρωσης, "νούμερα" στα τεράστια εργοστάσια, όπως αυτό της κλωστοϋφαντουργίας όπου αναγκάζονται τελικά να δουλέψουν για να ζήσουν τις οικογένειές τους. Σε αυτά τα εργοστάσια, που παράγουν τα όμορφα ινδικά υφάσματα που μοσχοπουλιούνται στις αγορές της Δύσης και γίνονται μόδα, μια μόδα πάνω στην οποία χιλιάδες ανώνυμοι εργάτες έχουν δουλέψει πάνω από 16 ώρες το εικοσιτετράωρο, σε αδιανόητες συνθήκες διαβίωσης.

Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, η δύναμη της φιλίας όλο και δυναμώνει. Ο ένας φίλος αντλεί από τον άλλον, αντλεί κυρίως τη δύναμη να ονειρεύεται και να ελπίζει. Με όμορφα πλάνα, ανοιχτά κάδρα, στα αγναντέματα των δύο φίλων στις πιο άσχημες ταράτσες, όπου όμως δεν βλέπουν την ασχήμια της πόλης αλλά το σούρουπο στον ορίζοντα, και νιώθουν τη ζεστασιά της εργατικής αλληλεγγύης των ανθρώπων που ξέρουν τι θα πει μόχθος, ή με τα πλάνα εκείνα στο χωριό τους, έξω από τα σπίτια των οποίων οι στέγες στάζουν, όπου ακούν τον ήχο του ποταμού, ή ακόμη μέσα στο πολύβουο πλήθος της αναμονής του τρένου, όπου ο Τσαντάν δεν βλέπει τίποτε άλλο παρά τα όμορφα, τα πανέμορφα μάτια της Ινδής συνυποψήφιάς του.

Ξέρει ο σκηνοθέτης, ο Νίρατζ Γκάιγουαν, να χτίζει το δράμα των δύο φίλων, προκαλώντας τη συγκίνηση στον θεατή και προβληματίζοντάς τον, καθώς, μέσα από την πορεία τους, αναδεικνύονται οι ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες, όπως η διαχείριση της πανδημίας και η απαγόρευση κυκλοφορίας (όλα αυτά δηλαδή που βιώσαμε και εμείς, αλλά εκεί στην Ινδία οι άνθρωποι της εργατικής τάξης τα έζησαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και με πιο σκληρό ακόμη τρόπο) που οδήγησαν πλήθος εργατών στην ανεργία και στον εγκλωβισμό τους στα μέρη όπου δούλευαν, αφού δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στα χωριά τους.

Ένα λιτό, ανθρώπινο, τίμιο κοινωνικό δράμα που βασίζεται στην πραγματική ιστορία δύο φίλων, του Mohammad Saiyub και του Amrit Kumar, η οποία έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό μετά από τη δημοσίευση ενός άρθρου στους "The New York Times" από τον Μπασαράτ Πιρ τον Ιούλιο του 2020. Δύο φίλων που επεδίωξαν κάτι απλό, κάτι ανθρώπινο: "Να σηκωθούν από το πάτωμα να βρουν την καρέκλα τους και στη συνέχεια να βρουν τη θέση τους στο τραπέζι". Μόνο που δεν υπολόγισαν πως το τραπέζι αυτού του κόσμου έχει φτιαχτεί έτσι που να μην χωράει όλους τους ανθρώπους...

Η ταινία αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Ινδίας στα Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και προβάλλεται στους κινηματογράφους.


Καλλίτσα Βλάχου
Καλλίτσα Βλάχου
Εκπαιδευτικός, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) και της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MA) στις Ανθρωπιστικές Σπουδές του ΕΑΠ, με διπλωματική εργασία πάνω στα κινηματογραφικά είδη και τον σύγχρονο κοινωνικό κινηματογράφο. Έχει ολοκληρώσει προγράμματα του ΕΚΠΑ στη σκηνοθεσία, την αφήγηση και τη δημιουργική γραφή.
Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει, βλέπει ταινίες και παρακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις. Τον υπόλοιπο ελάχιστο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Echoes of Beneath: Όταν η δύναμη της ψυχής ξεπερνά κάθε εμπόδιο | EDITORIAL

"Κάτω από την επιφάνεια": μια συγκλονιστική εμπειρία στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Στο πλαίσιο του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης είχα την τύχη να παρακολουθήσω το "Κάτω από την επιφάνεια / Echoes of Beneath" και η λέξη «συγκλονιστικό» είναι πραγματικά φτωχή για να περιγράψει αυτό που ένιωσα στην αίθουσα. Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μπαραχάνος καταφέρνει κάτι σπάνιο: μας βάζει τόσο βαθιά στον κόσμο του πρωταγωνιστή, που νιώθεις ότι δεν βλέπεις απλώς μια ταινία, αλλά μοιράζεσαι μια ολόκληρη ζωή. Το ντοκιμαντέρ ξεκινά με μια πολύ τρυφερή αναδρομή στα παιδικά χρόνια του Αντώνη Τσαπατάκη μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό, χτίζοντας μια οικειότητα που μας προετοιμάζει για τη συνέχεια.

Η αφήγηση γίνεται βαθιά ανθρώπινη καθώς η οικογένειά του μοιράζεται τις δικές της μνήμες από τη στιγμή που η ζωή τους άλλαξε οριστικά. Χωρίς να αναλώνεται σε περιττές λεπτομέρειες, η ταινία εστιάζει στην προσπάθεια του Αντώνη να συνειδητοποιήσει τη νέα πραγματικότητα και στη γιγαντιαία θέληση που χρειάστηκε για να την αποδεχτεί και τελικά να την υπερβεί. Αυτή η διαδρομή οδηγεί μέχρι τη δικαίωση στους Παρολυμπιακούς Αγώνες στο Παρίσι, όπου η επιτυχία αποκτά μια άλλη, πολύ πιο προσωπική σημασία για τον ίδιο και τους ανθρώπους του.

Η προβολή ήταν μια σπάνια εμπειρία, καθώς στην αίθουσα ήταν παρόντες όλοι οι πρωταγωνιστές αυτής της διαδρομής: ο Αντώνης Τσαπατάκης, ο σκηνοθέτης Βασίλης Μπαραχάνος, ο συνθέτης Γιώργος Τσιόκρης, αλλά και οι άνθρωποι που αποτελούν τον πυρήνα της ζωής του Αντώνη. Η παρουσία της μητέρας του, του προπονητή του, αλλά και της γυναίκας του με τη μικρή τους κόρη, έκανε την ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη από αγάπη. Ο σκηνοθέτης φαίνεται να γνωρίζει τον Αντώνη τόσο καλά, που η εικόνα που μας μετέφερε ήταν απόλυτα εσωτερική, σχεδόν πνευματική. Τα μαγικά πλάνα κάτω από το νερό δένουν με έναν μοναδικό τρόπο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Τσιόκρη, δημιουργώντας μια αίσθηση απόλυτης γαλήνης και δύναμης ταυτόχρονα.


Εκεί όμως που η ταινία σε σημαδεύει οριστικά είναι στην προσέγγιση του Αντώνη για την ίδια την ύπαρξη. «Αυτό που με έχει μάθει η ζωή είναι η σημασία του ρήματος ζω», αναφέρει χαρακτηριστικά, δίνοντας μια νέα διάσταση σε όλα εκείνα τα μικρά ρήματα που συνθέτουν την καθημερινότητά μας. Δεν είναι τυχαίο ότι το «Κάτω από την επιφάνεια» τιμήθηκε με το Βραβείο Προσβασιμότητας Alpha Bank αλλά και το Βραβείο Κοινού Fischer. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ντοκιμαντέρ για έναν σπουδαίο αθλητή· είναι μια διεισδυτική ματιά στην ανθρώπινη ψυχή και μια υπενθύμιση ότι η ζωή δεν μετριέται με τα μετάλλια, αλλά με τη δύναμη να ορίζεις ξανά τον εαυτό σου κάθε μέρα.


Αφροδίτη Παπαδάκη

Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.

Instagram: @alpha.pi

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

​Rental Family: Μπορείς να νοικιάσεις την ευτυχία με την ώρα; | EDITORIAL


Οικογένεια προς Ενοικίαση / Rental Family

Μια συγκλονιστική ματιά στην "ενοικιαζόμενη" ευτυχία.

​Η βραβευμένη σκηνοθέτης Χικάρι (γνωστή από τη σειρά "Beef") επιστρέφει με μια ταινία που ισορροπεί ανάμεσα στο σουρεαλιστικό και το βαθιά ανθρώπινο. Στο "Οικογένεια προς Ενοικίαση", ο Μπρένταν Φρέιζερ, υποδύεται τον Φίλιπ, έναν Αμερικανό ηθοποιό στο Τόκιο. Όταν η καριέρα του βαλτώνει, προσλαμβάνεται σε μια εταιρεία που νοικιάζει ηθοποιούς για να υποδυθούν μέλη οικογενειών ή φίλους. Εκεί, ο ιδιοκτήτης του γραφείου τού εξηγεί τη φιλοσοφία της επιχείρησης με μια φράση που σε παγώνει: "Δεν πουλάμε ανθρώπους, πουλάμε συναίσθημα".

Οι υπηρεσίες του γραφείου καλύπτουν κάθε κενό: από το να υποδυθείς έναν πατέρα, μέχρι έναν φίλο για ηλεκτρονικά παιχνίδια ή απλά για ένα ποτό. Όμως, πίσω από την υπόσχεση της παρέας, η ταινία εγείρει βαθιά ηθικά ερωτήματα που μας ακολουθούν και μετά τους τίτλους τέλους.


Το πιο συγκλονιστικό κομμάτι είναι η σχέση του Φίλιπ με ένα μικρό κορίτσι, τη Μία, που η μητέρα της τον προσλαμβάνει ως πατέρα. Εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια σκληρή πραγματικότητα: Πόσο υγιές είναι για ένα παιδί να δένεται με έναν "πατέρα" που πληρώνεται με την ώρα; Η σύγχυση των ορίων κορυφώνεται όταν ο Φίλιπ παίρνει μια οριακή απόφαση: αρνείται έναν ρόλο σε μια αστυνομική σειρά που περίμενε χρόνια, μόνο και μόνο για να παραμείνει κοντά στη "μικρή του κόρη". Είναι μια στιγμή που αναρωτιόμαστε έντονα: Πόσο υγιές είναι και για τον ίδιο τον ηθοποιό να ταυτίζεται τόσο με τους "ρόλους" του; Η ανάγκη του να νιώσει ότι ανήκει κάπου τον οδηγεί στο να θυσιάσει την πραγματική του καριέρα για χάρη μιας καλοπληρωμένης ψευδαίσθησης.


Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, η μικρή Μία ρωτάει: "Γιατί οι μεγάλοι λένε συνέχεια ψέματα;". Η απάντηση που παίρνει είναι αφοπλιστική: "Είναι πολύ πιο εύκολο από το να λες την αλήθεια". Αυτή η φράση συνοψίζει όλη τη βιομηχανία των Rental Families στην Ιαπωνία, μια υπαρκτή πραγματικότητα όπου πολλοί νοικιάζουν συγγενείς ή φίλους για να αποφύγουν το στίγμα της μοναξιάς. Η ταινία μας δείχνει ότι αυτό που αγοράζεται είναι η οικειότητα, όμως το ψυχολογικό τίμημα και για τις δύο πλευρές είναι συχνά δυσβάσταχτο.


​Η σκηνή που ο Φίλιπ αντικρίζει τον εαυτό του στον καθρέφτη, τη στιγμή που τιμά τη μνήμη του ηθοποιού για τον οποίο υποδυόταν έναν ακόμη ρόλο, είναι η στιγμή της απόλυτης συντριβής. Εκεί καταλαβαίνουμε ότι δεν κοιτάζει απλώς το είδωλό του, αλλά την αντανάκλαση ενός ανθρώπου που έχει χάσει κάθε επαφή με την προσωπική του αλήθεια, έχοντας αναλώσει τον εαυτό του στο να "κατασκευάζει" αναμνήσεις για τους άλλους.

Το ίδιο ακριβώς θέμα είχε εξερευνήσει το 2019 και ο Werner Herzog στην ταινία "Family Romance, LLC" (που στην Ελλάδα προβλήθηκε ως "Οικογενειακή Ευτυχία ΑΕ"). Εκείνη η ταινία λειτουργούσε περισσότερο ως ένα μείγμα μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, αποδεικνύοντας πόσο πολύ απασχολεί τους δημιουργούς παγκοσμίως αυτό το παράξενο εμπόριο συναισθημάτων.

Η ταινία "Οικογένεια προς Ενοικίαση" είναι μια τρυφερή αλλά και διεισδυτική ματιά πάνω στη μοναξιά. Ο Μπρένταν Φρέιζερ παραδίδει μια ερμηνεία γεμάτη μελαγχολία και ανθρωπιά, κάνοντάς μας να αναρωτηθούμε αν η ενοικιαζόμενη ευτυχία είναι προτιμότερη από την αληθινή μοναξιά και πού σταματά η υποκριτική όταν αρχίζει η ανάγκη για αγάπη.


Αφροδίτη Παπαδάκη

Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.

Instagram: @alpha.pi

Δείτε ακόμη: