Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα review. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα review. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2021

Οι προτάσεις μας: SMAC | EDITORIAL

Δραματική (2015) | Σκηνοθεσία Ηλίας Δημητρίου με τους: Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Γιάννη Κοκιασμένο, Σταυρούλα Κοντοπούλου
Τι κοινό μπορεί να έχουν η αυταρέσκεια, το χαστούκι, η πρέζα και ο καρκίνος;
Βρίσκονται όλα στις διαφορετικές ερμηνείες της λέξης Smac και αποτελούν κομμάτια ενός πολυσύνθετου παζλ που είναι η ζωή της Ελένης που μπορεί να είναι και η δική μας ζωή. 
Η Ελένη, που έχει διευθυντική θέση σε μια τράπεζα, συγκλονίζεται όταν μαθαίνει ότι έχει καρκίνο. Την ίδια περίοδο συναντά τον Ανδρέα, έναν άστεγο άνδρα και χρήστη ουσιών που τα βράδια κοιμάται έξω από την πολυκατοικία της. Κάποια μέρα, την βοηθάει ενώ της κλέβουν την τσάντα και αυτό το γεγονός αποτελεί την αφορμή να αναπτύξουν μια πιο στενή σχέση.
Smac, στην επιστήμη της Βιολογίας, είναι η πρωτεΐνη που προάγει την απόπτωση τη διεργασία δηλαδή προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου. Με ποιον τρόπο; Αναστέλλει τις ανασταλτικές πρωτεΐνες, αυτές δηλαδή που ανθίσταται στον κυτταρικό θάνατο. Έτσι με τον τρόπο αυτό ενισχύει τη διαδικασία της απόπτωσης προκειμένου να καταπολεμηθούν τα καρκινικά κύτταρα.
Η αυτάρεσκη λοιπόν διευθύντρια μεγάλης Τράπεζας, Ελένη που μέχρι τώρα πίστευε ότι χτίζοντας την καριέρα της προϊσταμένης απολαμβάνοντας τα οφέλη της θέσης , του σεβασμού των υφισταμένων της, την επιβολή της εξουσίας της πάνω τους, ζώντας η ίδια μια απόλυτα ελεγχόμενη και αυστηρά προγραμματισμένη ζωή, μια ζωή που της στερούσε τη δυνατότητα αντίληψης του κοινωνικού γίγνεσθαι των δομικών και ανεξέλεγκτων κοινωνικών μεταβολών που συνέβαιναν γύρω της, ανακαλύπτει ότι πάσχει από καρκίνο. Και στο σημείο αυτό όλα τα προηγούμενα αρχίζουν σιγά σιγά να καταρρέουν.
Τι πρέπει να επιστρατεύσει τώρα η Ελένη για να αντιμετωπίσει τον πραγματικό τον μεγαλύτερο φόβο του ανθρώπου; Τον φόβο του θανάτου; 
Η Ελένη χωρίς να το συνειδητοποιεί και έχοντας χάσει τη γη κάτω από τα πόδια της όταν της αναγγέλλεται η διάγνωση από τον γιατρό, απογοητευμένη, αρχικά αφήνεται… Αφήνεται και αρχίζει να παρατηρεί αυτό που υπάρχει γύρω της, ξεφεύγοντας με τον τρόπο αυτό και από την δύσκολη κατάσταση που έχει περιέλθει. Και όπως παρατηρεί αρχίζει σιγά σιγά να ανοίγεται και η ίδια και να έρχεται σε επαφή με τον άστεγο τοξικομανή Αντρέα που πριν λίγο καιρό δεν γυρνούσε καν να τον κοιτάξει. Ο Αντρέας δρα καταλυτικά σε όλο αυτό που συμβαίνει στην Ελένη βοηθώντας την να αλλάξει τη ζωή της και να δει την κατάστασή της μέσα από άλλη πλέον οπτική. Είναι ίσως το Smac της γιατί προάγει την πλήρη πτώση της. Φτάνει στον πάτο η Ελένη γιατί για πρώτη φορά έρχεται αντιμέτωπη με όλους τους φόβους της. Όλους αυτούς που την κρατούσαν δέσμια και δεν την άφηναν να δει ,να γνωρίσει, να επικοινωνήσει, να νιώσει. Και φτάνοντας εκεί στον πάτο ανακαλύπτει ότι τελικά ο πάτος ήταν αυτό που ζούσε. Η "πλήρης πτώση", η "απόπτωση" αποτελεί για αυτήν μια ευεργετική διαδικασία που την βοηθά να αντιμετωπίσει έναν άλλον θάνατο που χρόνια τώρα κατέτρωγε τη ζωή της. Τον ψυχικό της θάνατο. Η απειλή που δέχεται ερχόμενη αντιμέτωπη με τον φυσικό θάνατο είναι το χαστούκι που την κάνει να καταλάβει. Η επαφή της με τον «αποτυχημένο» κατά τα "στάτους" της κοινωνίας Αντρέα,τον "αλήτη", τον "καμένο", ενεργοποιούν τους μηχανισμούς εκείνους μέσα της που την οδηγούν στο να ενεργοποιήσει τη διαδικασία ενός άλλου θανάτου. Να καταστρέψει όλο το σκληρό άτεγκτο και εντελώς αταίριαστο περίβλημα που είχε καλύψει τον εαυτό της. Όλο αυτό που οι φόβοι της συντηρούσαν. Τη ματαιοδοξία της, την ανειλικρίνεια στις σχέσεις της, την προσποίηση, τη δήθεν ανεξαρτητοποίηση και αυτονομία, την ηδονή που της προσέφερε η επιβολή εξουσίας της πάνω στους άλλους και κυρίως την απανθρωποποίησή της. Την απομάκρυνση της από τους ανθρώπους από τον κοινωνικό ιστό.
Ελεύθερη πλέον η Ελένη έχοντας προάγει το θάνατο όλων αυτών που την κρατούσαν δέσμια, και αγνοώντας όλες τις συνθήκες που δεν την άφηναν να ζήσει,στητή, αγέρωχη, και αψηφώντας όλα τα επιβαλλόμενα στερεότυπα που την εμπόδιζαν να έρθει σε επαφή με τα διαμάντια της ψυχής της, με την πραγματική της ομορφιά και με τα διαμάντια της ψυχής των άλλων, αντικρίζει τη ζωή με άλλα μάτια πλέον. 
Ποιος είναι τελικά ο νικητής και ποιος ο ηττημένος;
Τον σκηνοθέτη Ηλία Δημητρίου τον "γνώρισα" από την ταινία του "Fish n' Chips". Παρά τα όποια σεναριακά ατοπήματα που υπάρχουν στις ταινίες του, δεν είμαι η ειδική να τα αναλύσω, διαισθητικά μου προκύπτουν, πιστεύω ότι είναι από τους σκηνοθέτες που μιλούν κατευθείαν στην καρδιά του θεατή. Αξίζει πραγματικά η "γνωριμία" μαζί του. Εξαιρετική, επίσης, και η ερμηνεία της πρωταγωνίστριας Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη που κέρδισε το Βραβείο Α' Γυναικείου ρόλου στα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, όπως επίσης του ιδιαίτερα αγαπημένου σε εμένα ηθοποιού, Γιάννη Κοκιασμένου. Η ταινία προβλήθηκε και πρόσφατα στο 33ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου.
Smac, λοιπόν, αναστέλλοντας τους ανασταλτικούς μηχανισμούς ή πιο απλά όταν ξαναγεννιέσαι μέσα από τον θάνατο…
---------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της…



Δείτε ακόμη:

Οι προτάσεις μας: Ladybird Ladybird | EDITORIAL

Tόσο απλά, τόσο σκληρά…
Από τους πιο αριστερούς και ανατρεπτικούς σκηνοθέτες της εποχής μας, ο Κεν Λόουτς, δεν σταματά στις ταινίες και στις συνεντεύξεις του, να μας δηλώνει κάτι πολύ σημαντικό κάτι πολύ ουσιαστικό. Όταν κάνεις ταινίες για τις ζωές των ανθρώπων, η πολιτική είναι απαραίτητη. Και εγώ θα πρόσθετα σε αυτό: Όταν ζεις, η πολιτική είναι απαραίτητη. 
Ο σκηνοθέτης που δεν απαλύνει τον πόνο στις ταινίες του, γιατί όπως δηλώνει ο ίδιος, ο πόνος βοηθάει την κυβέρνηση και απαλύνοντάς τον απλά της επιτρέπεις να τον συντηρεί, δημιούργησε την ταινία Ladybird Ladybird το 1994 που ήταν πραγματικά γροθιά στο στομάχι. Καμία ωραιοποίηση κανένας εξωραϊσμός παρά μόνο ωμή καταγγελία απέναντι σε ένα πολύ σκληρό, ανελέητο σύστημα που ούτε καν τα προσχήματα της επιφανειακής κάλυψης της απανθρωπιάς του δεν φροντίζει να τηρήσει. Η  αληθινή ιστορία μιας ανύπαντρης γυναίκας από τις λαϊκές συνοικίες του Λονδίνου, της Μάγκι, που η κοινωνική πρόνοια της πήρε και τα έξι της παιδιά γιατί έκρινε ότι ήταν ανίκανη μητέρα. Αυτό είναι το κεντρικό θέμα της ταινίας. Μία κακοποιημένη γυναίκα που χάνει τα παιδιά της ενώ μπορεί να τα φροντίσει γιατί απλά τα αγαπά και όμως της τα παίρνει η πρόνοια. Της τα παίρνει το κράτος. Αν τη ρωτήσεις αυτή τη γυναίκα τι είναι η πρόνοια, θα σου πει ότι είναι αυτή που μου παίρνει τα παιδιά.
Και εσύ ως θεατής, σκέφτεσαι. Αν με ρωτήσεις εμένα τι είναι το κράτος, θα σου πω ότι είναι αυτό που μου παίρνει τη ζωή. Είναι αυτό που αφαιρεί τις ζωές εκατοντάδων ανθρώπων που χάθηκαν άδικα λόγω ελλείψεων, αδιαφορίας και ελλιπούς χρηματοδότησης ενός υποβαθμισμένου συστήματος υγείας. Είναι αυτό που καθημερινά μας αφαιρεί τη σκέψη, την επικοινωνία, τη δράση μας. Είναι αυτό που μας προσθέτει τον φόβο, την ανασφάλεια προκειμένου να οδηγηθούμε στην παραίτηση, τον ψυχικό μας θάνατο.
Μέσα από τη ζωή αυτής της γυναίκας που αγαπάει τα παιδιά της αλλά χρειάζεται ένα υγιές σύστημα να την βοηθήσει να τα μεγαλώσει και αντ’ αυτού έρχεται αντιμέτωπη με μία απάνθρωπη κρατική δομή που διόλου δεν ενδιαφέρεται για την ίδια και τα παιδιά της, εύλογα σου δημιουργούνται τα μεγάλα πολιτικά ερωτήματα που βρίσκονται στο κάτω μέρος του παγόβουνου. Και διαπιστώνεις ότι οι επιλογές σου, μπορεί να οδηγήσουν και εσένα στη σύγκρουσή σου με το παγόβουνο αν δεν μπεις στη διαδικασία να καταλάβεις πώς λειτουργεί η εξουσία που έχει όλον τον έλεγχο αυτού του αφηγήματος που καταδυναστεύει τις ζωές μας.
26 χρόνια μετά την ταινία του Λόουτς η σκηνοθέτιδα Ana Rocha de Sousa με την ταινία Listen, έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι το αφήγημα καλά κρατεί. Το θέμα που απασχόλησε τον Λόουτς πριν 26 χρόνια, απασχολεί και την ίδια στο σήμερα. Το πρόβλημα εξακολουθεί να είναι εδώ. Έχει αλλάξει λίγο η διατύπωσή του. Αυτή τη φορά η πρόνοια δεν βάλλει κατά των φτωχών Βρετανών αλλά κατά των φτωχών μεταναστών. Αυτή τη φορά, η Μπέλα και ο Ζότα είναι τα θύματα του αδηφάγου τέρατος που λέγεται "κρατική μέριμνα". Εδώ το κράτος "μεριμνά" να αρπάξει τα παιδιά από δύο Πορτογάλους μετανάστες που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα και η πρόνοια αφαιρεί και από αυτούς τα παιδιά τους, πάντα με το επιχείρημα της προστασίας αυτών, παρακάμπτοντας φυσικά το μοναδικό δίχτυ προστασίας των παιδιών που είναι η αγάπη των γονιών τους.
Η φτώχεια, λοιπόν, και η κοινωνική αδυναμία παραμένουν οι βασικές συνιστώσες του μεγάλου προβλήματος που αποτελεί απόρροια του αφηγήματος με τίτλο "Επιβιώνει ο ισχυρότερος". Οι δύο ταινίες έρχονται να μας υπενθυμίσουν αυτό που στο βάθος το γνωρίζουμε όλοι. Στην επόμενη ταινία μπορεί να είμαστε εμείς οι πρωταγωνιστές. Γιατί στη μεριά των ισχυρότερων χωράνε πολύ λίγοι.
Η Κρίσυ Ροκ, πρωταγωνίστρια του Ladybird Ladybird δήλωσε σε συνέντευξή της ότι ο Λόουτς, δεν ξέρει ακριβώς τι ψάχνει στις ταινίες του. Ξέρει όμως ότι έχει βρει αυτό που ψάχνει όταν τελικά το βρίσκει. Στις ασύμμετρες, λοιπόν, ζωές μας και στον κενό δημόσιο βίο στον οποίο έχουμε περιέλθει, εκεί θα πρέπει να βρίσκεται και το κέντρο της δικής μας αναζήτησης. Δεν είναι απλά ζήτημα ατομικής ευθύνης. Είναι πρωτίστως, ζήτημα πολιτικής ευθύνης. Αυτή πρέπει να αναζητήσουμε, αυτή πρέπει να αναλάβουμε. 
Κάθε φορά που αφαιρείται ένα παιδί από τη Μάγκι, κάθε φορά που αφαιρείται ένα παιδί από τη Μπέλα και τον Ζότα, αφαιρείται και ένα κομμάτι από τη δική μας ζωή.
Τόσο απλά...Τόσο σκληρά…

Κοινωνική 1994 | Αγγλική ταινία, Σκηνοθεσία Κεν Λόουτς με τους: Κρις Ροκ, Βλαντιμίρ Βέγκα

--------------------------------

Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της…



Δείτε ακόμη:

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2020

Οι προτάσεις μας: Το Τρίτο Έγκλημα | EDITORIAL

Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-Εντα
Όταν δεν γνωρίζουμε την αλήθεια τι μας είναι πιο εύκολο; Να την αναζητήσουμε ή να κάνουμε μια υπόθεση θεωρώντας ότι αυτή είναι η αλήθεια και να δεχτούμε ως αληθινό οτιδήποτε βολεύει την υπόθεσή μας;
Ένας δικηγόρος ο Σιγκεμόρι, αναλαμβάνει την υπεράσπιση του Μισούμι του ανθρώπου που σκότωσε το αφεντικό του και που στο μεταξύ έχει ξανακάνει φυλακή για ανθρωποκτονία πριν πολλά χρόνια.  Ο Κόρε-Έντα δεν μας αφήνει καμία αμφιβολία για το ποιος διέπραξε τον φόνο. Άλλωστε ο Μισούμι ομολογεί αμέσως. Όσο όμως η υπόθεση εξελίσσεται, τίποτε δεν είναι τελικά τόσο απλό όσο φάνηκε στην αρχή. Και όσο ο Σιγκεμόρι θα προχωρά προς τη διαλεύκανση των κινήτρων που οδήγησαν τον πελάτη του στη διάπραξη του νέου εγκλήματος, τόσο θα βρίσκεται ο ίδιος μπλεγμένος στις διαφορετικές εκδοχές που θα ξετυλίγει μπροστά του ο πελάτης του. Εκδοχές που κάθε μια τους μπορεί να κρύβει κάποια αλήθεια μέσα της  και που θα κάνουν τον ίδιο τον δικηγόρο να αναθεωρήσει πολλά από τα πιστεύω του καθώς και από τις μεθόδους –τεχνικές υπεράσπισης του πελάτη του. Γιατί οι πραγματικές αλήθειες που του αποκαλύπτονται δεν είναι εκείνες που στηρίζονται στα γεγονότα τα ξένα προς αυτόν αλλά εκείνες που αγγίζουν την ψυχή του και που ερμηνεύουν τα γεγονότα της δικής του ζωής. Οι δεύτερες, ανατρέπουν τις πρώτες και τότε τα διλήμματα μπροστά στα οποία θέτει ο ίδιος τον εαυτό του είναι μεγάλα. Τα δεδομένα παύουν να είναι πλέον δεδομένα και τα ζητούμενα είναι ο κινητήριος μοχλός δημιουργίας νέων  δεδομένων.  
Χάνουμε τον χρόνο μας προσπαθώντας να καταλάβουμε μοναχικούς ανθρώπους που γεννήθηκαν σε συνθήκες που δεν θα ήθελαν να γεννηθούν που έχουν διαπράξει εγκλήματα,  ανθρώπους που ωστόσο ψάχνουν να βρουν σημεία επαφής μαζί μας προσπαθώντας να μας κάνουν να βρεθούμε στον κόσμο τους και να προσδιορίσουμε τα πραγματικά κίνητρα της διάπραξης των εγκλημάτων τους;
Ποιος ο ρόλος του δικηγόρου; Να ακολουθήσει τη στρατηγική που θα επιφέρει στον πελάτη του τη μικρότερη δυνατή ποινή ή να φέρει τον πελάτη του αντιμέτωπο με το έγκλημά του και να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει τις ενοχές του; Και αν υποθέσουμε ότι ο δικηγόρος δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα σε αυτή του την προσπάθεια μήπως όλο αυτό αποβαίνει σε βάρος της στρατηγικής του; Μήπως υπερβαίνοντας την επαγγελματική του σχέση και χτίζοντας μια βαθύτερη σχέση με τον πελάτη του βρίσκεται, θέτει τον εαυτό του μπροστά σε δύσκολα μονοπάτια έξω από αυτά που γνωρίζει έξω από τις γνωστές μεθόδους υπεράσπισης που έχει μάθει που έχει διδαχτεί, αυτές που του προσδίδουν το κύρος του καλού δικηγόρου και βρίσκεται σε άγνωστους δρόμους που όμως μπορεί να τον οδηγήσουν στην προσέγγιση της πραγματικής αλήθειας; 
Και πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει ο καθένας; Και πόση αλήθεια από αυτή που μπορεί να αντέξει μπορεί να αποκαλύψει στον άλλον; 
Τι είναι πιο εύκολο για τον καθένα; Να δει ή να κάνει ότι δεν βλέπει; Τι είναι πιο εύκολο ; Να σηκώσει ο ίδιος το φορτίο της αποκάλυψης μιας αλήθειας ή να το αφήσει να το επωμιστούν οι άλλοι οι πιο αθώοι, τα παιδιά ενδεχομένως, παραβλέποντάς το ο ίδιος; 
Και για πόσο καιρό τα παιδιά πρέπει να κουβαλούν τις αμαρτίες των γονιών τους; Μέχρι ίσως να βρουν και αυτά κάποιον άλλον να μεταθέσουν το δικό τους φορτίο;
Και ποιος ο ρόλος της δικαιοσύνης; Να αποκαταστήσει το δίκαιο ή πάνω απ’ όλα να διαφυλάξει το κύρος του δικαστή; Ποια είναι αυτή η ανώτερη δύναμη που επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων που τις καθορίζει ανεξάρτητα από τις επιθυμίες τους και πόσο έλεγχο μπορούμε να ασκήσουμε σε αυτή τη δύναμη; Πόσο έλεγχο μπορούμε τελικά να ασκήσουμε στη δική μας ζωή  ή τη ζωή των άλλων μέσα στα στενά όρια της κοινωνικής μας συμβίωσης που ορίζονται από κανόνες και αρχές που πολλές φορές δεν είναι αρκετές να επιτρέψουν την αποκατάσταση της δικαιοσύνης όταν εξόφθαλμα  αυτή παραβιάζεται αλλά οι κοινωνικές συνθήκες εμποδίζουν τη θέαση αυτής της παραβίασης;
Και ποιος είναι τελικά ο κριτής των πράξεων μας όταν επώδυνα ανακαλύπτουμε ότι και εμείς με μεγάλη ευκολία θα παραβιάζαμε τις αρχές και τους νόμους που αποτελούν εμπόδιο στην αποκάλυψη της αλήθειας και στο δίκαιο μοίρασμα των ευθυνών; 
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα έπρεπε να γεννηθούν; Ή μήπως είναι λάθος το ερώτημα; Μήπως θα έπρεπε να αντικατασταθεί από το ερώτημα μπορεί αυτοί οι  άνθρωποι μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες να ξαναγεννηθούν; 
Καμιά φορά ο τρόπος που ενεργούμε, οι τακτικές που ακολουθούμε είναι λάθος όχι γιατί δεν τις έχουμε προσχεδιάσει σωστά ή δεν τις έχουμε επεξεργαστεί αλλά γιατί τα ερωτήματα που έχουμε θέσει , τα προβλήματα που προσπαθούμε να επιλύσουμε μέσω αυτών των στρατηγικών είναι λάθος. Ίσως γιατί δίνουμε περισσότερο βάρος στην αναζήτηση της αλήθειας, έξω από εμάς. Ίσως γιατί δεν ξεκινάμε την αναζήτηση από μέσα προς τα έξω.
Αυτά και πολλά άλλα βασανιστικά  ερωτήματα θίγονται στην εξαιρετική ταινία του Κόρε Έντα του σκηνοθέτη που με τη ζεστή, ευαίσθητη και διεισδυτική του ματιά μας παρασέρνει στον δικό του κόσμο. Μας κάνει να στρέψουμε τη ματιά μας πέρα από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα στα κίνητρα των πράξεων να ανακαλύψουμε το γιατί να ψάξουμε τις αλήθειες  του ήρωά του και τις  δικές μας ταυτόχρονα να μπούμε στο μυαλό στη θέση του, μακριά από εύκολες κρίσεις και μακριά από τιμωρητικές και εκδικητικές  σκέψεις στις οποίες  εύκολα μπορεί να μας παρασύρουν τα γεγονότα τα ίδια. Αποστασιοποιούμαστε, αργά αλλά σταθερά από τα γεγονότα που ορθώνονται μπροστά μας και κανείς δεν τα αμφισβητεί, που ωστόσο με έναν ανεπαίσθητο τρόπο, χάνουν την δύναμη που τους προσδίδει η ύπαρξη τους και προχωρούμε στην αναζήτηση των μπερδεμένων αιτίων. Και μπορεί αρχικά να αποστρέφουμε το βλέμμα από αυτά γιατί η αδιαφάνεια και η θολούρα που τα περιλούζει αποτελεί εμπόδιο στην εξερεύνησή τους γιατί μας βυθίζει σε σκοτεινούς δρόμους ωστόσο το σκοτάδι γίνεται ελκτικό. Το προτιμάμε από το εκθαμβωτικό φως των γεγονότων που μας τυφλώνει. Που δεν μας αφήνει να δούμε. Και αποσυρόμαστε από τη θέση του κριτή από την ασφάλεια της θέσης μας γιατί αρχίζουμε τη θέση μας να την ορίζουμε εμείς. Μέσα από την επικοινωνία μας με τον άλλον που μας επιτρέπει να επικοινωνήσουμε και με τον ίδιο μας τον εαυτό. 
«Μην χάνεις τον χρόνο σου προσπαθώντας να καταλάβεις τον άλλον. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν την οικογένειά τους. Πόσο μάλλον τον ξένο» ακούγεται η συμβουλή αυτή προς τον δικηγόρο, κατά τη διάρκεια της ταινίας.  Κι όμως αυτό ανατρέπεται. Και γιατί θα έπρεπε άλλωστε να θεωρείται φυσιολογικό; Και πόσες φορές δεν το έχουμε ακούσει; Δεν είναι μονόδρομος η επικοινωνία ούτε περιορίζεται σε πλαίσια και σε είδη ανθρώπων. Είναι διάδραση. Προϋποθέτει αγγίγματα ψυχής εκατέρωθεν. Μέσω ποιων ανθρώπων θα καταφέρεις να επικοινωνήσεις με τους  άλλους που δεν μπορείς αλλά και με τον ίδιο σου τον εαυτό, είναι ένα μεγάλο ζητούμενο που μας καλεί ο εξαιρετικός σκηνοθέτης να το ανακαλύψουμε. 
Αν αγαπήσατε τον Χιροκάζου Κόρε Εντα από τους «Κλέφτες καταστημάτων» από αυτή την ταινία νομίζω ότι θα τον λατρέψετε. 
Ψάξτε την. Αξίζει πραγματικά τον κόπο!
--------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της…



Δείτε ακόμη:

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2020

Οι προτάσεις μας: Takva | EDITORIAL

O φόβος του ανθρώπου, απέναντι στον Θεό (2016) | Σκηνοθεσία: Όζερ Κιζιλτάν
O κινηματογράφος που στέκεται πάνω από θεοκρατικές αντιλήψεις, από οποιαδήποτε θρησκεία και αν προέρχονται, πάνω από προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες, ο κινηματογράφος που προτάσσει την ανάγκη του ανθρώπου να ζήσει ισορροπημένα με τον εαυτό του και τον περίγυρό του πράττοντας απλά το καλό, έρχεται μέσω του Τούρκου σκηνοθέτη Όζερ Κιζιλτάν να μας υπενθυμίσει, να μας προβληματίσει,  να μας κάνει να αναρωτηθούμε: Τα Πάθη του απλού, του αφανούς, του απαρατήρητου ανθρώπου που ανακαλύπτει ότι το καλό που φέρει μέσα του κανένα αντίκρισμα δεν έχει στην κοινωνία που ζει, τα Πάθη αυτού του ανθρώπου, ποιος θα τα κατανοήσει; Ποιος θα τον βοηθήσει να απαλλαγεί από αυτά; Ποιος;
Ο ήρωας της τούρκικης ταινίας "Takva" ο Μουχάρεν τίποτα δεν διεκδικεί για τον εαυτό του απλά εκτελεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα ως ένας πιστός μουσουλμάνος. Η θρησκευτική πίστη στο επίκεντρο της πολυβραβευμένης τούρκικης ταινίας του Όζερ Κιζιλτάν του 2006, που δεν έχει να κάνει με το τι πιστεύεις αλλά κυρίως με την σύγκρουση με τον εαυτό σου όταν ανακαλύπτεις ότι η βαθιά σου πίστη δεν είναι αρκετή για να σου δώσει τις λύσεις σε ερωτήματα με τα οποία κάποια στιγμή της ζωής σου έρχεσαι αντιμέτωπος, όχι επειδή το θέλησες αλλά επειδή κάποιες δυνάμεις είτε εσωτερικές είτε ανώτερες από εσένα σε έφεραν αντιμέτωπο με αυτά. Ο Μουχάρεν, λοιπόν, ευσεβής, ταπεινός και υπόδειγμα πιστού ανθρώπου, ήρωας της ταινίας Takva (ο ισλαμικός αυτός όρος αναφέρεται στον φόβο του ανθρώπου, απέναντι στον Θεό) ζει στην Κωνσταντινούπολη μια ήσυχη και θρησκευόμενη ζωή . Υπάκουος στον Αλλάχ εκτελεί μέχρι τελευταίας ρανίδας τα θρησκευτικά του καθήκοντα, απέχοντας από τους εγκόσμιους πειρασμούς και προσπαθώντας να είναι καλός άνθρωπος. Υπηρετεί πιστά τους αφέντες του. Τον Αλλάχ, τους θρησκευτικούς του άρχοντες, τον αφέντη –εργοδότη του, όλο το θρησκευτικό πολιτικό οικονομικό σύστημα της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει. Ένα σύστημα που όλες οι συνιστώσες του θρησκεία, οικονομία, πολιτική είναι άμεσα συνυφασμένες και αλληλοεξαρτώμενες η μία από την από το άλλη. Ένα σύστημα που ο Μουχάρεν δεν τολμά να αμφισβητήσει και έτσι η ζωή του κυλά ήρεμα. Όμως από τον κλειστό και μοναχικό του κόσμο έρχεται να τον βγάλει ο θρησκευτικός Άρχοντας της περιοχής που ηγείται της τοπικής Μονής και που εκτιμώντας την αφοσίωση του ταπεινού Μουχάρεν του αναθέτει την είσπραξη των ενοικίων των κτιρίων που ανήκουν στην ιδιοκτησία της Μονής. Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα για τον ήρωά μας. Δυσκολεύεται πολύ να διαχειριστεί την εξουσία που του παρέχεται. 
Μέχρι τώρα είχε βολευτεί στη θέση του εξουσιαζόμενου . Και τα πήγαινε καλά εκεί. Ένιωθε ασφαλής και με τους άλλους και με τον εαυτό του. Αυτό που τον δυσκολεύει όμως ακόμα πιο πολύ είναι ότι η βαθιά θρησκευτική του πίστη τίθεται υπό αμφισβήτηση από αυτόν τον ίδιο.. Γιατί βγαίνοντας από τον ασφαλή μικρόκοσμό του, έρχεται σε επαφή με ένα σωρό αναπάντητα ερωτήματα, σχετικά με τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, τους πολέμους και τα αθώα θύματα αυτών, την απιστία των ανθρώπων και την συγκατάβαση των θρησκευτικών αρχόντων ως προς αυτή από τη στιγμή που ανταποκρίνονται στις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι στη Μονή, αλλά και σχετικά με τον ίδιο του τον εαυτό που οι πειρασμοί ενσαρκωμένοι στο πρόσωπο μιας πολύ γοητευτικής γυναίκας τον επισκέπτονται πολύ συχνά στον ύπνο του.
Οι ενοχές και το βάρος της ατομικής ευθύνης που δεν παραλείπει η θρησκευτική ηγεσία να ρίχνει διαρκώς πάνω του, όταν ο Μουχάρεν καταφεύγει σε αυτή για να ζητήσει βοήθεια, τον οδηγούν σε αδιέξοδο. Σε διαρκή σύγκρουση λοιπόν ο ήρωάς μας, μια σύγκρουση στην οποία όπως αναφέρει και ο Ναζίμ Χικμέτ, οι στίχοι του οποίου παρατίθενται στο τέλος της ταινίας, "είτε θα καταφέρουμε να δώσουμε ψυχή στα άψυχα άστρα, είτε ο θάνατος θα ενσκήψει στον κόσμο μας..."
Εδώ, μπορείτε να παρακολουθήσετε ολόκληρη την ταινία, με ελληνικούς υπότιτλους: 
---------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της…



Δείτε ακόμη:

Οι προτάσεις μας: Μακριά από τους Ανθρώπους | EDITORIAL

Γαλλική ταινία (2014) | Σκηνοθεσία Νταβίντ Ελοφέν με τους: Βίγκο Μόρτενσεν, Άντζελα Μολίνα, Βενσάν Μαρτέν, Ρεντά Καντέμπ
Στο σύμπαν του Αλμπέρ Καμύ, η ολική υποταγή του ανθρώπου στη μοίρα του, όπως αυτή έχει καθοριστεί από τις εξωτερικές συνθήκες, ισοδυναμεί με εξευτελισμό. Παύει όμως να υφίσταται ως τέτοια, όταν ο ίδιος ο άνθρωπος αποκτά συνείδηση της τραγικότητάς του. Η συνειδητοποίηση του αναπόδραστου συνοδεύεται από την περιφρόνηση αυτού. Εκεί βρίσκεται και η νίκη του ανθρώπου, στο παράλογο της ύπαρξης. Εκεί και η ελευθερία του. 
Το 1954 στην Αλγερία, ενώ ξεκινά ο αντιαποικιακός αγώνας ενάντια στους Γάλλους, ο Νταρού, ο Γάλλος  δάσκαλος ενός απομονωμένου ορεινού χωριού  αναλαμβάνει, παρά τη θέλησή του, να συνοδεύσει τον Μοχάμεντ, έναν ντόπιο που κατηγορείται για φόνο, μέχρι την πόλη όπου πρόκειται να δικαστεί. Υποχρεωμένος να υπακούσει στις εντολές του νόμου, ο δάσκαλος ξεκινά ένα επικίνδυνο ταξίδι μέσα από έναν αφιλόξενο τόπο,  προσπαθώντας  να προστατεύσει τον αιχμάλωτό του από τους ντόπιους που διψούν για εκδίκηση αλλά και από τους αποίκους που κυνηγούν τους αντάρτες.
Βασισμένη στο διήγημα του Καμύ "Ο φιλοξενούμενος" από τη συλλογή διηγημάτων του "Η εξορία και το βασίλειο", ο σκηνοθέτης Νταβίντ Ελχόφεν, μας μεταφέρει το πνεύμα του Καμύ χρησιμοποιώντας τη βασική ιδέα του διηγήματος, αφήνοντας όμως τη δική του προσωπική πινελιά και διατηρώντας τη δική του διαφορετική ματιά στην πλοκή, το φινάλε αλλά και κυρίως στη σχέση που αναπτύσσεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του οδοιπορικού, ανάμεσα στον δάσκαλο και τον χωρικό.
Τιμή, μοναξιά, καθήκον, τόλμη, διαφορετικότητα, επικοινωνία, σκοπός της ύπαρξης, τα θέματα που κυριαρχούν στη γραφή του Καμύ, κυριαρχούν στην ταινία, μόνο που εδώ ο δάσκαλος σαν ένας άλλος Σίσυφος, συνειδητοποιώντας την έκταση της άθλιας ύπαρξης καταφέρνει να απελευθερώσει αφού ο ίδιος έχει απελευθερωθεί. Μέσα σε μια  αφιλόξενη και αχανή έρημο, αυτή της Αλγερίας, όπου ο χρόνος φαίνεται να είναι αδρανής και η ζωή σκληρή σαν το τοπίο αλλά με πολλές κρυμμένες ομορφιές, ο δάσκαλος βιώνει την υπαρξιακή του μοναξιά αφού για τους Γάλλους είναι Άραβας και για τους Άραβες είναι Γάλλος, καταφέρνει όμως να μετουσιώσει αυτή την μοναξιά σε ελευθερία. Μία ελευθερία που βασίζεται στην δική του ηθική που με πολύ κόπο όμως έχει χτιστεί και καλλιεργηθεί.
"Οι ηθικές είναι χτισμένες πάνω στην ιδέα ότι οι συνέπειες μιας πράξης τη νομιμοποιούν ή όχι" αναφέρει ο Καμύ. Και εδώ ο δάσκαλος απαντά: Μία είναι η ηθική. Αυτή που φροντίζει οι συνέπειες της πράξης που καθορίζονται από αυτήν να σέβονται και να θέτουν πάνω από όλους και από όλα, το δικαίωμα της ανθρώπινης ζωής και το δικαίωμα της ατομικής ελευθερίας.
Δεν θα έλεγα ότι η ταινία αποτελεί πιστή μεταφορά του διηγήματος του Καμύ. Θα έλεγα ότι ο σκηνοθέτης έχει ανοίξει έναν διάλογο με τον συγγραφέα-φιλόσοφο, έναν διάλογο που τα μεγάλα διαστήματα σιωπής των δύο εξαιρετικών πρωταγωνιστών του Βίγκο Μόρτενσεν και του  Ρεντά Κατέμπ, μας επιτρέπουν να γίνουμε και εμείς συμμέτοχοι, ερμηνεύοντας τις σκέψεις που συνοδεύουν τις σιωπές. Και θα έλεγα ότι μέσα από αυτόν τον διάλογο συναντάμε και τον σκηνοθέτη και τον συγγραφέα και τον εαυτό μας και πέρα από τα συμπεράσματα του καθενός μας, αυτό που με βεβαιότητα μπορώ να πω είναι ότι χαραγμένα σου μένουν τα λόγια του δασκάλου:
"Έχουμε την τύχη να ζούμε. Οφείλουμε να το σεβαστούμε αυτό και να το υποστηρίξουμε με κάθε τρόπο. Οφείλουμε να υπερασπιστούμε την ελευθερία που γεννιέται μαζί με την ίδια μας την ύπαρξη".
Γι' αυτό αγωνίζεται ο δάσκαλος. Για αυτή την ελευθερία. Και αυτός ο αγώνας είναι που απελευθερώνει και τον ίδιο. Γιατί όπως λέει και ο Γάλλος φιλόσοφος: "Ελεύθερος είναι αυτός που αγωνίζεται για την ελευθερία των άλλων…"
και καθόλου άδικο φυσικά, δεν έχει.

---------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της…



Δείτε ακόμη:

Οι προτάσεις μας: Θα Έρθει η Φωτιά | EDITORIAL

Ισπανογαλλική ταινία (2019) | Σκηνοθεσία: Όλιβερ Λάσε
Επιστρέφοντας από τη φυλακή όπου έχει εκτίσει την ποινή που του έχει επιβληθεί για εμπρησμό, ο Αμαδόρ έρχεται αντιμέτωπος με μια πιο σκληρή φυλακή αυτή των ανθρώπων που έχουν εγκλωβίσει τους εαυτούς τους και τους έχουν κρατήσει μακριά από τη φύση αντιμετωπίζοντας αυτήν ως εχθρό και καταστρέφοντας την. 
Στο εντυπωσιακό πρώτο πλάνο της ταινίας οι πανύψηλοι και αγέρωχοι ευκάλυπτοι γκρεμίζονται από ένα τεράστιο μηχάνημα που καθοδηγείται από την ανθρώπινη απληστία και το καταστροφικό μένος που ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση. Άρρηκτα δεμένος με την παράδοση και τις αρχέγονες μεθόδους της ανθρώπινης επιβίωσης ο Αμαδόρ προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή του με τον τρόπο που πάντα ήξερε, φροντίζοντας τα ζώα της 84χρονης μητέρας του και κάνοντας  αγροτικές δουλειές. Στιγματισμένος λόγω του εγκλεισμού του στη φυλακή και αποκομμένος από το ανθρωπογενές περιβάλλον του χωριού του, ο Αμαδόρ βιώνει έντονα την μοναξιά του καταβάλλοντας μάταιες προσπάθειες να αποδράσει από αυτήν. Δεν μπορεί όμως  γιατί ο τρόπος ζωής του είναι άμεσα εξαρτημένος από τη φύση. Λειτουργεί φυσικά, σκέφτεται φυσικά …Και αυτό του δημιουργεί έντονα προβλήματα επικοινωνίας με τους άλλους που τον αντιμετωπίζουν ως «παράξενο». Μόνο με τη μητέρα του μπορεί και επικοινωνεί και μέσα από τη δίοδο επικοινωνίας που αναπτύσσεται ανάμεσά τους αφήνει να ελευθερωθούν τα πλούσια συναισθήματα που τρέφει προς αυτήν. Σε έναν από τους λιγοστούς διαλόγους ανάμεσά τους ο Αμαδόρ της περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται τα δέντρα , οι ευκάλυπτοι που στην πρώτη σκηνή έχουμε δει να κατακρημνίζονται, λέγοντάς της ότι οι ρίζες τους απλώνονται πολύ βαθιά στο έδαφος στραγγαλίζοντας οποιοδήποτε άλλο δέντρο ή φυτό που θα προσπαθήσει να μεγαλώσει κοντά τους. Και η σοφή μητέρα του, που η σοφία της έχει έρθει από την 84χρονη επαφή της με τη φύση και τον καθημερινό της αγώνα να επιβιώσει μέσα στις δύσκολες συνθήκες του απομονωμένου ορεινού της χωριού, του απαντά ότι οι περήφανοι ευκάλυπτοι βλάπτουν τα άλλα φυτά γιατί πονάνε και αυτοί. Δίνοντας με τον τρόπο αυτό τη δική της ερμηνεία, ίσως και την πιο σωστή,  στο ερώτημα γιατί η φύση μας εκδικείται. Δίνοντας ταυτόχρονα και την δική της ερμηνεία στο πώς ο πόνος που προέρχεται από την αποκοπή από το περιβάλλον σου από την αποξένωσή σου από αυτό, και το ανθρώπινο και το φυσικό, μπορεί να σε κάνει να προκαλέσεις και εσύ πόνο απομακρύνοντας τους άλλους από δίπλα σου εμποδίζοντας και στραγγαλίζοντας την όποια προσπάθεια πλησιάσματός σου. 
Με δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς που δεν έχουν παίξει ξανά στον κινηματογράφο με έντονα τα στοιχεία του ντοκιμαντέρ, σε αργούς αφηγηματικούς ρυθμούς πλαισιωμένους από έξοχη φωτογραφία, η ταινία καθηλώνει τον θεατή φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με την απόλυτη μοναξιά του ήρωα αλλά και την δική του που την αντικρίζει μαζί με την φωτιά που έρχεται...
Γυρισμένη στη Γαλικία, επαρχία της βορειοδυτικής Ισπανίας  με το άγριο αλλά και πανέμορφο τοπίο της, η ταινία απέσπασε το Βραβείο Επιτροπής στις Κάννες, στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα 2019, καθώς και τον Χρυσό Αλέξανδρο στη Θεσσαλονίκη.
---------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της…



Δείτε ακόμη:

Ετικέτες

Κινηματογραφική Λέσχη Πετρούπολης dimos petroupolis σινέ πετρούπολις Δήμος Πετρούπολης δημοτικός κινηματογράφος πετρούπολης Θερινό Σινεμά Πετρούπολης Θερινός Κινηματογράφος Πετρούπολης Πνευματικό Κέντρο Πετρούπολης πρόγραμμα 2017 Κινηματοθέατρο Πετρούπολις καλοκαίρι 2017 Ελεύθερη είσοδος πρόγραμμα 2018 παιδική ταινία πρόγραμμα 2019 άρθρα editorial ελληνική ταινία όσκαρ καλοκαίρι 2018 Ινστιτούτο Θερβάντες πρόγραμμα 2020 καλοκαίρι 2019 Ισπανική πρεσβεία καλοκαίρι 2020 Πρεσβεία Αργεντινής κωμωδία Ιούλιος 2020 Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης Σεπτέμβριος 2020 γαλλική ταινία ισπανική ταινία χειμώνας 2019-2020 Ιούνιος 2020 Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας ιρανική πρεσβεία ιταλική ταινία Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Πρεσβεία Νορβηγίας Φεβρουάριος 2020 ιρανική ταινία Απρίλιος 2019 Ιανουάριος 2020 Μάρτιος 2020 Δεκέμβριος 2019 Νοέμβριος 2019 Πρεσβεία Ουρουγουάης Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης