Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα editorial. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα editorial. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

The Bride!: Τα τέρατα δεν είναι αυτά που νομίζεις | EDITORIAL

Στιγμιότυπο από το The Bride!

The Bride!, της Maggie Gyllenhaal, ΗΠΑ(2026)

Η Maggie Gyllenhaal ανασταίνει έναν μύθο και τον γυρίζει ανάποδα.

Στην πρωτότυπη "Νύφη του Φρανκενστάιν" του 1935, η Bride εμφανίζεται για δύο μόλις λεπτά και δε λέει ούτε μια λέξη. Δημιουργήθηκε για να είναι σύντροφος, χωρίς να ρωτηθεί, χωρίς να συναινέσει, χωρίς να υπάρξει ως κάτι παραπάνω από αντικείμενο. Έγινε εικόνα χωρίς φωνή. Η Maggie Gyllenhaal το είδε αυτό και αναρωτήθηκε τι να σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή. Από αυτή την απλή ερώτηση γεννήθηκε μια ταινία που αρνείται να μείνει σε ένα μόνο είδος και αρνείται να σε αφήσει αδιάφορο.

Η Bride ξυπνά όχι ως σύντροφος του Frank, αλλά ως κάτι εντελώς διαφορετικό. Μέσα της ζει η Ida, ένα κορίτσι του υποκόσμου στο Σικάγο της δεκαετίας του '30, με αναρχική διάθεση που την έκανε επικίνδυνη για τους λάθους ανθρώπους και της κόστισε τη ζωή. Δεν επέλεξε τη μοίρα της. Και μαζί της, σαν σκιά που δεν φεύγει, το πνεύμα της Mary Shelley, η γυναίκα που έφτιαξε τον μύθο αλλά δεν πρόλαβε να του δώσει τη φωνή που ήθελε. Η Mary Shelley άρχισε να γράφει τον "Φρανκενστάιν" σε ηλικία μόλις 18 ετών και το βιβλίο εκδόθηκε το 1818, όταν ήταν 20, σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν υποτίθεται ότι έγραφαν τέτοια βιβλία. Αγωνίστηκε όλη της τη ζωή να αναγνωριστεί ως δημιουργός σε έναν κόσμο που δεν έπαιρνε σοβαρά τις γυναίκες. 

Η Jessie Buckley την υποδύεται με μια ενέργεια που δεν μπορείς να την ορίσεις, γιατί ο χαρακτήρας αρνείται να οριστεί. Και αυτό είναι ακριβώς το νόημα. Σε κάποιες από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας, η Bride ξεσπά με λόγια που δεν μοιάζουν να είναι μόνο δικά της. Αυτές είναι οι στιγμές που με χτύπησαν περισσότερο. Είναι σαν να μιλάνε μέσα της όλες εκείνες που δεν μπόρεσαν ποτέ να μιλήσουν. Οι κακοποιημένες που σώπασαν, οι αθόρυβες που ξεχάστηκαν. Η Bride γίνεται η φωνή τους, και αυτές τη γεμίζουν.

Αυτό που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει είναι ότι το φεμινιστικό της μήνυμα δεν έρχεται σε μια σκηνή, σε ένα μονόλογο ή σε μια ατάκα κλειδί. Είναι παντού, σε κάθε βλέμμα, σε κάθε αντίδραση. Ακόμη και στη γυναίκα αστυνομικό που πρέπει να κρύβει τι είναι για να γίνει αποδεκτή σε έναν κόσμο που δεν την έχει φανταστεί ποτέ εκεί, που παρουσιάζεται ως κάτι λιγότερο από αυτό που είναι γιατί έτσι είναι πιο εύκολο για όλους τους άλλους. Η ταινία δεν σου λέει τι να σκεφτείς. Απλώς σε αφήνει να βλέπεις και να νιώθεις. Κάποιοι κριτικοί είπαν ότι το φεμινιστικό μήνυμα δεν αναπτύσσεται αρκετά, ότι μένει στην επιφάνεια. Δεν συμφωνώ απόλυτα. Δεν το αναπτύσσει σε βάθος σε ένα συγκεκριμένο σημείο, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά είναι παντού. Σε κάθε σκηνή, σε κάθε επιλογή, σε κάθε χαρακτήρα. Και αυτό, για μένα, είναι πιο ειλικρινές από ένα ωραίο μονόλογο.

Και οι πραγματικοί "τερατώδεις" εδώ δεν είναι ο Frank και η Bride. Είναι οι άνθρωποι γύρω τους, αυτοί που βλέπουν κάτι διαφορετικό και το θέλουν νεκρό. Η ταινία το λέει αυτό με πολλούς τρόπους κατά τη διάρκειά της, αλλά το τέλος είναι που το λέει πιο καθαρά από οτιδήποτε άλλο. Εκεί που περιμένεις κάποιον να σταματήσει και να δει, κανείς δεν βλέπει. Εκτός από μία. Αυτή η στιγμή δε βγαίνει από το μυαλό μου.

Η ταινία είναι χαοτική, αλλάζει τόνο απότομα. Για μένα όμως αυτό δεν είναι αδυναμία. Είναι επιλογή. Γιατί ακριβώς έτσι νιώθουν αυτές οι γυναίκες τον κόσμο γύρω τους. Ανεξήγητο, άδικο, φτιαγμένο με κανόνες που δεν ισχύουν για όλους εξίσου. Η Gyllenhaal δεν σε αφήνει να παρακολουθείς άνετα. Σε βάζει μέσα.

Ο Christian Bale ως Frank είναι αξέχαστος. Ένα πλάσμα που αγαπά με μανία και ψεύδεται με την ίδια μανία, που είναι ταυτόχρονα τρομακτικό και βαθιά ανθρώπινο. Κάτω από όλα αυτά όμως είναι ένα πλάσμα που πεινά για συντροφικότητα και αγάπη, τόσο απεγνωσμένα που φτάνει να πάει σε έναν γιατρό και να του ζητήσει να του φτιάξει κάποιον να αγαπήσει. Και αυτό που προκύπτει είναι μια από τις πιο απρόβλεπτες ιστορίες αγάπης που έχεις δει στο σινεμά τελευταία. Δεν είναι ο Frank που κυνηγά την Bride. Είναι δύο πλάσματα που βρήκαν ο ένας στον άλλον κάτι που δεν περίμεναν.

Το "The Bride!" δεν είναι για όλους. Αλλά αν αφεθείς σε αυτό, θα βγεις από την αίθουσα με πολλές σκέψεις και ίσως με μια ήσυχη οργή που δεν ξέρεις πού να τη βάλεις. Και αυτό, τελικά, είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει μια ταινία.

The Bride! >>


Αφροδίτη Παπαδάκη

Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.

Instagram: @alpha.pi

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

"Ομάχα": Μια πορεία προς την ελευθερία και τη σύνδεση των ανθρώπων | EDITORIAL

"Ομάχα / Omaha", του Κόουλ Γουέμπλι, Αμερική (2025)

ταινία Ομάχα κριτική

Δεν είναι εύκολο για μια ταινία, από τα πρώτα κιόλας λεπτά της, να καταργεί κάθε συναισθηματική σου άμυνα και να σε κατακλύζει συγκινησιακά, καταγράφοντας απλές, καθημερινές ανθρώπινες στιγμές. Να το κάνει ανεπιτήδευτα, αλλά με τέτοια κινηματογραφική ακρίβεια, ώστε αυτό το ανεπιτήδευτο να αποκτά όλο το βάρος του συναισθηματικού φορτίου που φέρει. Να σε κάνει να αφήνεσαι ολοκληρωτικά σε αυτήν, να συνδέεσαι με τους ήρωές της και, ελάχιστα λεπτά μετά το κλείσιμο των φώτων και την έναρξη της προβολής, να βρίσκεσαι κι εσύ εκεί: να συνταξιδεύεις με τον Μάρτιν και τα παιδιά του, την εννιάχρονη Έλλα και τον πεντάχρονο Τσάρλι, μαζί με τον σκύλο τους, τον Ρεξ, στις αχανείς εκτάσεις της Αμερικής, με κατεύθυνση τη Νεμπράσκα.

Και καθώς ταξιδεύεις, να νιώθεις ότι αυτό το ταξίδι είναι γεμάτο παράδοξα και παραλογισμούς. Ένα ταξίδι που το καταλαβαίνεις, ή έστω το διαισθάνεσαι, ως μια πορεία προς την ελευθερία. Μόνο που, την ίδια στιγμή, νιώθεις πως αυτή η ελευθερία θα τερματιστεί μόλις οι ήρωες της ταινίας φτάσουν στον προορισμό τους. Γι' αυτό δεν θέλεις να τελειώσει το ταξίδι. Κάθε φορά που το αμάξι μένει σταματημένο και πατέρας και κόρη προσπαθούν να το βάλουν μπροστά, εύχεσαι να μην τα καταφέρουν και θες να μείνεις εκεί, μέσα σε μία έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα, να παρακολουθείς τα βαθιά συναισθήματα των ανθρώπων: του πατέρα προς τα παιδιά, των παιδιών προς τον πατέρα, των παιδιών μεταξύ τους.

Ο Μάρτιν βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ξεριζώνεται από τον τόπο όπου διαμένει και αναγκάζεται να ξεκινήσει ένα ταξίδι φυγής. Στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες, το ξερίζωμα των ανθρώπων είναι πια κάτι σύνηθες. Το φαινόμενο της αποεδαφικοποίησης δεν είναι καινούργιο, όμως σήμερα οι διαστάσεις του γιγαντώνονται όλο και περισσότερο. Οι σταθεροί ρόλοι της οικογένειας, του σπιτιού, της κοινωνικής ταυτότητας, δεν είναι καθόλου αυτονόητοι. Η ρευστότητα και η ανασφάλεια κυριαρχούν, ενώ η ψευδαίσθηση της σταθερότητας μετατρέπεται σε έναν δύσκολο, ατομικό αγώνα επιβίωσης, όπου σε αυτόν τον αγώνα, η αλλοτρίωση και ο ανταγωνισμός μεγαλώνουν. Οι άνθρωποι καλούνται να σταθούν μόνοι τους σε κοινωνίες όπου τα πάντα κρίνονται, ελέγχονται και καθορίζονται από το χρήμα.

Ομάχα κριτική

Κι όμως, όσο κι αν ο καπιταλισμός αποεδαφικοποιεί τους ανθρώπους, όσο κι αν τους ξεριζώνει από τον τόπο, το σπίτι και τις βεβαιότητές τους, δεν καταφέρνει πάντοτε να διαρρήξει τους δεσμούς που αναπτύσσουν μεταξύ τους. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τους δεσμούς ανάμεσα σε έναν πατέρα και τα παιδιά του. Και παρακολουθώντας την ταινία, σκέφτεσαι πως ίσως η μόνη σωτηρία βρίσκεται στην κίνηση. Στο να συνεχίζεις να τρέχεις. Στο να σπρώχνεις, μαζί με τον άλλον, το σαραβαλιασμένο όχημα, μπας και πάρει ξανά μπρος η ζωή σας.

Δεν γνωρίζουμε τι έχει συμβεί πριν στη ζωή του Μάρτιν και της οικογένειάς του. Ξέρουμε μόνο ότι η μητέρα δεν υπάρχει πια στη ζωή τους, εξαιτίας κάποιας αρρώστιας. Ό,τι χρειάζεται όμως να μάθουμε, το μαθαίνουμε μέσα σε αυτό το ταξίδι διάρκειας περίπου τριών ημερών. Το μαθαίνουμε μέσα από τους διαλόγους, όχι διαλόγους περιγραφικούς ή επεξηγηματικούς, αλλά αποσπασματικούς και αυθεντικούς ταυτόχρονα. Διαλόγους ανάμεσα σε έναν ενήλικα που κουβαλά χίλια προβλήματα στο μυαλό του και σε δύο παιδιά που διαισθάνονται την πραγματικότητα, αλλά έχουν ακόμη τη μοναδική ικανότητα να ξεγλιστρούν από αυτήν και να ταξιδεύουν στους δικούς τους κόσμους. Από τη μία, ένας πατέρας που προσπαθεί να κρύψει καλά όσα δεν μπορούν να ειπωθούν, όσα δεν θέλει να γίνουν ορατά, όσα ούτε ο ίδιος μπορεί να διαχειριστεί. Από την άλλη, τα παιδιά, που τον κοιτούν, τον ακολουθούν, τον αγαπούν, χωρίς να μπορούν πάντα να καταλάβουν πλήρως το βάρος που εκείνος κουβαλά.

Και αυτό το βάρος είναι δυσβάσταχτο. Και βασικά, αδύνατον να σηκωθεί. Η ταινία περιγράφει ακριβώς αυτό: το αβάσταχτο ενός φορτίου που δεν λέγεται καθαρά, αλλά υπάρχει παντού. Στις παύσεις, στις μικρές χαρούμενες και συναισθηματικές στιγμές των ανθρώπων και στα γεμάτα ένταση βλέμματα. Βλέμματα που δεν κοιτούν απλώς, αλλά περιμένουν την ανταπόκριση μιας κοινής συνάντησης. Μιας συνάντησης που λέει πολλά. Που δηλώνει την αδυναμία, τα αδιέξοδα, τις ενοχές, αλλά που στην επιφάνεια κρατά ζωντανή την ουσία της σχέσης: την αγάπη. Ό,τι αξίζει και ό,τι μένει χαραγμένο ανεξίτηλα μέσα από εκείνες τις στιγμές που τη φανερώνουν. Ό,τι δεν μπορεί κανένα σύστημα να ξεριζώσει. Ό,τι τελικά δίνει κίνηση στη ζωή μας.

Ομάχα κριτική 2

Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Αμερικανός σκηνοθέτης Κόουλ Γουέμπλι μάς αποκαλύπτει το σκηνοθετικό του ταλέντο. Ο ήχος και η εικόνα μέσα στο αυτοκίνητο λειτουργούν αντιστικτικά προς την εξωτερική ζωή που συνεχίζεται αδιάφορη έξω από αυτό, ενισχύοντας την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ταινίας. Η μουσική μέσα στο αυτοκίνητο, που ζωντανεύει την ατμόσφαιρα ανασύροντας ευχάριστες μνήμες και στιγμές, έρχεται σε αντιπαραβολή με τους ήχους της κίνησης έξω από αυτό. Κάθε δυνατό χτύπημα της πόρτας, κάθε φορά που αυτή κλείνει, μοιάζει να κόβει απότομα την επαφή με τον έξω κόσμο, αλλά και τον μέσα κόσμο, αφήνοντας πίσω του μια "βίαιη" σιωπή. Την ίδια στιγμή, οι ανοιχτές εικόνες της ελευθερίας έξω από το αυτοκίνητο συγκρούονται με το "κλειστό" του εσωτερικού χώρου. Έξω απλώνονται οι αχανείς εκτάσεις, ο δρόμος, η δυνατότητα της φυγής. Μέσα, όμως, υπάρχει το βάρος, η ασφυξία, η σιωπηλή ένταση των ανθρώπων που ταξιδεύουν μαζί κουβαλώντας ο καθένας τα δικά του βάρη, τα δικά του αναπάντητα ερωτήματα στις μεγάλες αδικίες της ζωής.

Ο Κόουλ Γουέμπλι ξέρει πολύ καλά να χρησιμοποιεί τα εκφραστικά του μέσα για να πετύχει τον σκοπό του. Φτιάχνει μια ταινία που σε κάνει πρωτίστως να αισθάνεσαι. Να αισθάνεσαι αληθινά, να έρχεσαι σε επαφή με το συναίσθημά σου, να συνδέεσαι όχι μόνο με τον κόσμο των ηρώων, αλλά και με τον δικό σου εσωτερικό κόσμο.

Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε έναν παράλογο κόσμο, όπου σχεδόν όλα μοιάζουν επισφαλή. Γιατί εκεί, μέσα σε αυτή την επισφάλεια, το μόνο που απομένει αληθινό είναι η σύνδεση των ανθρώπων. Και όταν αυτή η σύνδεση συμβαίνει και μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα προβολής, τότε κατανοείς ακόμη περισσότερο την ανάγκη και τη σπουδαιότητά της τέχνης του κινηματογράφου.


Καλλίτσα Βλάχου
Καλλίτσα Βλάχου
Εκπαιδευτικός, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) και της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MA) στις Ανθρωπιστικές Σπουδές του ΕΑΠ, με διπλωματική εργασία πάνω στα κινηματογραφικά είδη και τον σύγχρονο κοινωνικό κινηματογράφο. Έχει ολοκληρώσει προγράμματα του ΕΚΠΑ στη σκηνοθεσία, την αφήγηση και τη δημιουργική γραφή.
Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει, βλέπει ταινίες και παρακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις. Τον υπόλοιπο ελάχιστο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Weapons: Ο Zach Cregger και ο τρόμος της διπλανής πόρτας | EDITORIAL

"Weapons", του Zach Cregger, ΗΠΑ, 2025

Χρόνια είχα να νιώσω ότι μια ταινία τρόμου με αγγίζει αληθινά. Και το "Weapons" του Zach Cregger το κατάφερε, από την πρώτη σκηνή μέχρι το τελευταίο κλάσμα δευτερολέπτου, επιβεβαιώνοντας γιατί θεωρείται πλέον ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς του είδους παγκοσμίως.

Η αφορμή είναι απλή αλλά σοκαριστική: ένα βράδυ, στις 2:17 τα ξημερώματα, μια ολόκληρη τάξη παιδιών εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Το μόνο παιδί που μένει πίσω είναι ο μικρός Άλεξ. Εκεί αρχίζει το πραγματικό ταξίδι. Ο Άλεξ είναι όλοι εκείνοι που έμειναν πίσω μετά από μια καταστροφή, αναγκασμένοι να κουβαλούν ένα βάρος που δεν τους αναλογεί.

Η κοινότητα, μπροστά σε κάτι που δεν μπορεί να εξηγήσει, αντιδρά με τον πιο αρχέγονο τρόπο, ψάχνει έναν ένοχο. Η δασκάλα Justine γίνεται ο εύκολος στόχος. Η Julia Garner, με την ένταση που τη χαρακτηρίζει, δείχνει πώς μια κλειστή κοινωνία προτιμά να καταστρέψει έναν αθώο παρά να αντιμετωπίσει το σκοτάδι που πηγάζει από μέσα της. Και η πτώση δεν σταματά εκεί. Ακόμα και οι θεσμοί, όπως ο διευθυντής του σχολείου, μετατρέπονται σε όργανα βίας. Ο φόβος διαβρώνει την ηθική και οι υποτιθέμενοι φύλακες γίνονται δήμιοι.

Στο επίκεντρο όλων βρίσκεται η Gladys. Η Amy Madigan, σε μια ερμηνεία που δίκαια βραβεύτηκε με Όσκαρ, ενσαρκώνει μια φιγούρα που δεν δρα με ανθρώπινη λογική. Είναι η προσωποποίηση του πόνου που ριζώνει σε μια οικογένεια, το σκοτεινό φορτίο που κληρονομείς χωρίς να το ξέρεις, το μυστικό που όλοι γνωρίζουν αλλά κανείς δεν ονομάζει, που περνά από τους μεγαλύτερους στους μικρότερους σαν να είναι φυσικό.

Στιγμιότυπο από την ταινία Weapons 2

Ακόμα και ο τίτλος έχει κάτι να πει. Τα "Weapons" δεν είναι μόνο τα αντικείμενα. Το πιο φονικό όπλο στην ταινία είναι η σιωπή και η αδιαφορία των ενηλίκων. Και δεν είναι τυχαίο ότι η ώρα 2:17 εμφανίζεται χαραγμένη πάνω σε ένα τεράστιο assault rifle (όπλο που χρησιμοποιείται στις επιθέσεις σε σχολεία στην Αμερική) που αιωρείται πάνω από ένα σπίτι στο όνειρο ενός πατέρα. Το 2:17 δεν είναι μόνο η ώρα που εξαφανίστηκαν τα παιδιά. Είναι και οι 217 ψήφοι με τις οποίες η αμερικανική Βουλή ψήφισε υπέρ της απαγόρευσης των assault weapons το 2022, ένα νόμο που τελικά δεν πέρασε. Το όπλο δεν αιωρείται τυχαία. Είναι η Αμερική που αδυνατεί να προστατέψει τα παιδιά της.

Η δομή της ταινίας, με τα διαφορετικά κεφάλαια και τις εναλλασσόμενες οπτικές γωνίες, μπορεί στην αρχή να σε μπερδέψει λίγο. Μείνε όμως. Γιατί όταν αρχίζουν να συνδέονται τα κομμάτια, η αίσθηση είναι μοναδική. Ο Cregger χρησιμοποιεί το μαύρο χιούμορ και το νευρικό γέλιο για να σπάσει την ένταση εκεί που δεν το περιμένεις, κάνοντας τον τρόμο να μοιάζει ακόμα πιο αληθινός και ασφυκτικός.

Το "Weapons" δεν είναι απλώς μια καλή ταινία τρόμου. Είναι ένα τεράστιο κινηματογραφικό επίτευγμα που μελετά πώς το μίσος δεν εξαφανίζεται ποτέ, αλλά απλώς μεταμορφώνεται και βρίσκει νέα χέρια για να συνεχίσει τον κύκλο του. Ο Cregger μας αφήνει με μια επίγευση που διαρκεί. Ακόμα και όταν η καταιγίδα περνάει, το τραύμα αφήνει πίσω του μια σιωπή που λέει περισσότερα από κάθε λέξη. Είναι μια ταινία που έχει κάτι να πει, και το λέει με τον πιο έξυπνο τρόπο, κρύβοντάς το μέσα στον τρόμο, έτσι ώστε να το νιώσεις πριν καν το καταλάβεις.


Αφροδίτη Παπαδάκη

Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.

Instagram: @alpha.pi

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Σαν Αδέρφια / Homebound: Μια ιστορία φιλίας και επιβίωσης | EDITORIAL

"Σαν Αδέρφια", του Νίρατζ Γκάιγουαν, Ινδία, 2025Σαν Αδέρφια Homebound

Στην πολύ μακρά ιστορία του ινδικού κινηματογράφου (που ξεκινά από το 1896 με την προβολή ταινίας από τους αδελφούς Λυμιέρ σε ξενοδοχείο της Βομβάης και συνεχίζεται το 1913 με την προβολή της πρώτης ινδικής ταινίας μεγάλου μήκους), θα συναντήσουμε πλήθος ταινιών μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίες, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις ενός πολυπληθούς κοινού, διατηρούσαν τον ινδικό κινηματογράφο στο πεδίο της φυγής από την πραγματικότητα, με ταινίες λουσμένες σε μουσική και χορό και επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά σχήματα.

Η κατάσταση στην ινδική κινηματογραφία αλλάζει μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τρεις μεγάλους σκηνοθέτες, τον Ρατζ Καπούρ, τον Μπιμάλ Ρόι και τον Σατγιατζίτ Ράι, που στρέφουν τα κινηματογραφικά φώτα στις ζωές των απλών ανθρώπων. Ανάμεσά τους, εκείνος που κάνει πιο γνωστό τον ινδικό κινηματογράφο στη Δύση είναι ο Σατγιατζίτ Ράι με την "Τριλογία του Απού". Ο σκηνοθέτης αυτός φαίνεται να επηρεάζεται από τον ιταλικό νεορεαλισμό και μαζί με τους Καπούρ και Ρόι ανοίγουν νέους δρόμους στον ινδικό κινηματογράφο, όπου κυριαρχούν οι πορείες απλών ανθρώπων που προσπαθούν να χτίσουν τις ζωές τους σε αντίξοες συνθήκες, βαδίζοντας κόντρα σε μια κοινωνία που είναι δομημένη να ευνοεί τους λίγους και να απαξιώνει τους πολλούς και αδύναμους.

Η ταινία του Νίρατζ Γκάιγουαν "Σαν αδέλφια" ανήκει σε αυτό το ρεύμα του ινδικού κινηματογράφου όπου σκιαγραφούνται η διαφθορά της δημόσιας διοίκησης, η γραφειοκρατία, οι ταξικές συγκρούσεις και η ανεργία.

Εκεί λοιπόν, στο μακρινό χωριό Devari, στη βόρεια Ινδία, θα συναντήσουμε τον Σοέμπ και τον Τσαντάν, δύο αδελφικούς φίλους που μεγαλώνουν μαζί, ονειρεύονται μαζί, αλλά και συγκρούονται όταν η ζωή τους πληγώνει. Τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά τους τους τσακίζουν καθημερινά, τους καταρρακώνουν, τους αποδυναμώνουν και εξαντλούν τις αντοχές τους. Δεν κατορθώνουν όμως οι δυσκολίες της ζωής τους να κάμψουν τη βαθιά σχέση που υπάρχει ανάμεσά τους, παρόλο που τη θέτουν πολλές φορές σε σκληρές δοκιμασίες. Μια σχέση που έχει χτιστεί με τα υλικά που βρίσκεις σε ό,τι νοηματοδοτεί την έννοια του ανθρώπου σε κάθε εποχή, σε κάθε συνθήκη. Μια σχέση που τους κάνει να στέκονται στα πόδια τους κάθε φορά που οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της χώρας τους τους ωθούν προς το αντίθετο.

Σαν Αδέρφια / Homebound editorial

Για τον Σοέμπ και τον Τσαντάν το δικαίωμα στο όνειρο έχει μεγάλο κόστος. Ακόμη και για την πιο μικρή διεκδίκηση απαιτείται σκληρός αγώνας. Μια αίτηση που κάνουν οι δύο φίλοι στη σχολή αστυνομίας, προκειμένου να ξεφύγουν από τη φτώχεια του χωριού τους, να ανέλθουν λίγο στην κοινωνική ιεραρχία και να βοηθήσουν καλύτερα τις οικογένειές τους, απαιτεί μεγάλο αγώνα. Δεν είναι μόνο η προετοιμασία για τις εξετάσεις στη σχολή. Είναι που το να πάνε στο εξεταστικό κέντρο από το χωριό τους και να καταφέρουν να μπουν σε αυτό αποτελεί από μόνο του μια μάχη, έτσι που και οι ίδιοι να αναρωτιούνται αν πάνε για εξετάσεις ή για πόλεμο, αφού οι υποψήφιοι για τις θέσεις ανέρχονται στο 1.200.000, ενώ οι θέσεις είναι 3.200. Με ό,τι σημαίνει αυτό στη συνάθροιση των υποψηφίων, στη μετακίνηση και στον συνωστισμό που δημιουργείται, προκειμένου να διεκδικήσουν την πολυπόθητη θέση. Αλλά και τα αποτελέσματα των εξετάσεων απαιτούν τη μέγιστη υπομονή, αφού ο χρόνος έκδοσής τους περνά από πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες και ενδεχομένως από πολλά "μαγειρέματα".

Στην Ινδία των φτωχών ανθρώπων, των εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, οι δυνατότητες ανέλιξης και απόδρασης περιορίζονται ακόμη περισσότερο, καθώς στις ταξικές διακρίσεις προστίθεται και ο διαχωρισμός των καστών, με τους "ανέγγιχτους", τους Νταλίτ, να βρίσκονται στη χειρότερη θέση. Οι Νταλίτ είναι εκείνοι που βρίσκονται έξω από κάθε κάστα, οι λεγόμενοι "ανέγγιχτοι", που ονομάστηκαν έτσι γιατί θεωρούνταν ότι μολύνουν τους άλλους και γι’ αυτό δεν έπρεπε να τους αγγίζουν, ώστε να αποφεύγεται η "μόλυνση". Είναι οι απολύτως κοινωνικά περιθωριοποιημένοι. Ο Τσαντάν ανήκει στους Νταλίτ.

Από την άλλη, ο φίλος του, ο Σοέμπ, είναι σε καλύτερη μοίρα. Δεν ανήκει στους Νταλίτ, είναι ωστόσο μουσουλμάνος (οι μουσουλμάνοι αποτελούν θρησκευτική μειονότητα στην Ινδία) και εξαιτίας του θρησκεύματός του δέχεται προσβολές και κοροϊδίες, αποκαλείται "Πακιστανός", ένας χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται ως υβριστικός στην Ινδία, με δεδομένες τις όχι και τόσο καλές σχέσεις των δύο χωρών αλλά και τις διαφορετικές θρησκείες τους.

Σαν Αδέρφια EDITORIAL
Σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, κάπου σε πιο μεγάλο βαθμό, κάπου σε πιο μικρό, δεν λείπουν ποτέ οι διαχωρισμοί, τα ρατσιστικά σχόλια και αυτό το υψηλό εθνικιστικό φρόνημα που προσδίδει την ψευδαίσθηση μιας μάταιης υπεροχής, σε έναν κόσμο που καταρρέει εξαιτίας ηγετίσκων που φροντίζουν για τη διατήρησή του, απολαμβάνοντας με περίσσια ηδονή τους αιμοσταγείς επεκτατικούς τους πολέμους.

Και παρόλο που έχει ψηφιστεί νόμος που απαγορεύει τη διάκριση των ανθρώπων, ωστόσο οι νόμοι παραμένουν στα χαρτιά και οι δυνατότητες ανέλιξης των δύο νέων, που διαθέτουν και φυσική ευγένεια και ευφυΐα και, πάνω απ’ όλα, τιμιότητα, περιορίζονται εξαιτίας των βαθιά ριζωμένων αναχρονιστικών αντιλήψεων που πάντα, βέβαια, ευνοούσαν και ευνοούν την κυρίαρχη τάξη. Οι δύο νέοι εξακολουθούν να παραμένουν "κουτάκια" σε έντυπα συμπλήρωσης, "νούμερα" στα τεράστια εργοστάσια, όπως αυτό της κλωστοϋφαντουργίας όπου αναγκάζονται τελικά να δουλέψουν για να ζήσουν τις οικογένειές τους. Σε αυτά τα εργοστάσια, που παράγουν τα όμορφα ινδικά υφάσματα που μοσχοπουλιούνται στις αγορές της Δύσης και γίνονται μόδα, μια μόδα πάνω στην οποία χιλιάδες ανώνυμοι εργάτες έχουν δουλέψει πάνω από 16 ώρες το εικοσιτετράωρο, σε αδιανόητες συνθήκες διαβίωσης.

Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, η δύναμη της φιλίας όλο και δυναμώνει. Ο ένας φίλος αντλεί από τον άλλον, αντλεί κυρίως τη δύναμη να ονειρεύεται και να ελπίζει. Με όμορφα πλάνα, ανοιχτά κάδρα, στα αγναντέματα των δύο φίλων στις πιο άσχημες ταράτσες, όπου όμως δεν βλέπουν την ασχήμια της πόλης αλλά το σούρουπο στον ορίζοντα, και νιώθουν τη ζεστασιά της εργατικής αλληλεγγύης των ανθρώπων που ξέρουν τι θα πει μόχθος, ή με τα πλάνα εκείνα στο χωριό τους, έξω από τα σπίτια των οποίων οι στέγες στάζουν, όπου ακούν τον ήχο του ποταμού, ή ακόμη μέσα στο πολύβουο πλήθος της αναμονής του τρένου, όπου ο Τσαντάν δεν βλέπει τίποτε άλλο παρά τα όμορφα, τα πανέμορφα μάτια της Ινδής συνυποψήφιάς του.

Ξέρει ο σκηνοθέτης, ο Νίρατζ Γκάιγουαν, να χτίζει το δράμα των δύο φίλων, προκαλώντας τη συγκίνηση στον θεατή και προβληματίζοντάς τον, καθώς, μέσα από την πορεία τους, αναδεικνύονται οι ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες, όπως η διαχείριση της πανδημίας και η απαγόρευση κυκλοφορίας (όλα αυτά δηλαδή που βιώσαμε και εμείς, αλλά εκεί στην Ινδία οι άνθρωποι της εργατικής τάξης τα έζησαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και με πιο σκληρό ακόμη τρόπο) που οδήγησαν πλήθος εργατών στην ανεργία και στον εγκλωβισμό τους στα μέρη όπου δούλευαν, αφού δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στα χωριά τους.

Ένα λιτό, ανθρώπινο, τίμιο κοινωνικό δράμα που βασίζεται στην πραγματική ιστορία δύο φίλων, του Mohammad Saiyub και του Amrit Kumar, η οποία έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό μετά από τη δημοσίευση ενός άρθρου στους "The New York Times" από τον Μπασαράτ Πιρ τον Ιούλιο του 2020. Δύο φίλων που επεδίωξαν κάτι απλό, κάτι ανθρώπινο: "Να σηκωθούν από το πάτωμα να βρουν την καρέκλα τους και στη συνέχεια να βρουν τη θέση τους στο τραπέζι". Μόνο που δεν υπολόγισαν πως το τραπέζι αυτού του κόσμου έχει φτιαχτεί έτσι που να μην χωράει όλους τους ανθρώπους...

Η ταινία αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Ινδίας στα Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και προβάλλεται στους κινηματογράφους.


Καλλίτσα Βλάχου
Καλλίτσα Βλάχου
Εκπαιδευτικός, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) και της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MA) στις Ανθρωπιστικές Σπουδές του ΕΑΠ, με διπλωματική εργασία πάνω στα κινηματογραφικά είδη και τον σύγχρονο κοινωνικό κινηματογράφο. Έχει ολοκληρώσει προγράμματα του ΕΚΠΑ στη σκηνοθεσία, την αφήγηση και τη δημιουργική γραφή.
Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει, βλέπει ταινίες και παρακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις. Τον υπόλοιπο ελάχιστο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Echoes of Beneath: Όταν η δύναμη της ψυχής ξεπερνά κάθε εμπόδιο | EDITORIAL

"Κάτω από την επιφάνεια": μια συγκλονιστική εμπειρία στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Στο πλαίσιο του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης είχα την τύχη να παρακολουθήσω το "Κάτω από την επιφάνεια / Echoes of Beneath" και η λέξη «συγκλονιστικό» είναι πραγματικά φτωχή για να περιγράψει αυτό που ένιωσα στην αίθουσα. Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μπαραχάνος καταφέρνει κάτι σπάνιο: μας βάζει τόσο βαθιά στον κόσμο του πρωταγωνιστή, που νιώθεις ότι δεν βλέπεις απλώς μια ταινία, αλλά μοιράζεσαι μια ολόκληρη ζωή. Το ντοκιμαντέρ ξεκινά με μια πολύ τρυφερή αναδρομή στα παιδικά χρόνια του Αντώνη Τσαπατάκη μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό, χτίζοντας μια οικειότητα που μας προετοιμάζει για τη συνέχεια.

Η αφήγηση γίνεται βαθιά ανθρώπινη καθώς η οικογένειά του μοιράζεται τις δικές της μνήμες από τη στιγμή που η ζωή τους άλλαξε οριστικά. Χωρίς να αναλώνεται σε περιττές λεπτομέρειες, η ταινία εστιάζει στην προσπάθεια του Αντώνη να συνειδητοποιήσει τη νέα πραγματικότητα και στη γιγαντιαία θέληση που χρειάστηκε για να την αποδεχτεί και τελικά να την υπερβεί. Αυτή η διαδρομή οδηγεί μέχρι τη δικαίωση στους Παρολυμπιακούς Αγώνες στο Παρίσι, όπου η επιτυχία αποκτά μια άλλη, πολύ πιο προσωπική σημασία για τον ίδιο και τους ανθρώπους του.

Η προβολή ήταν μια σπάνια εμπειρία, καθώς στην αίθουσα ήταν παρόντες όλοι οι πρωταγωνιστές αυτής της διαδρομής: ο Αντώνης Τσαπατάκης, ο σκηνοθέτης Βασίλης Μπαραχάνος, ο συνθέτης Γιώργος Τσιόκρης, αλλά και οι άνθρωποι που αποτελούν τον πυρήνα της ζωής του Αντώνη. Η παρουσία της μητέρας του, του προπονητή του, αλλά και της γυναίκας του με τη μικρή τους κόρη, έκανε την ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη από αγάπη. Ο σκηνοθέτης φαίνεται να γνωρίζει τον Αντώνη τόσο καλά, που η εικόνα που μας μετέφερε ήταν απόλυτα εσωτερική, σχεδόν πνευματική. Τα μαγικά πλάνα κάτω από το νερό δένουν με έναν μοναδικό τρόπο με την πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Τσιόκρη, δημιουργώντας μια αίσθηση απόλυτης γαλήνης και δύναμης ταυτόχρονα.


Εκεί όμως που η ταινία σε σημαδεύει οριστικά είναι στην προσέγγιση του Αντώνη για την ίδια την ύπαρξη. «Αυτό που με έχει μάθει η ζωή είναι η σημασία του ρήματος ζω», αναφέρει χαρακτηριστικά, δίνοντας μια νέα διάσταση σε όλα εκείνα τα μικρά ρήματα που συνθέτουν την καθημερινότητά μας. Δεν είναι τυχαίο ότι το «Κάτω από την επιφάνεια» τιμήθηκε με το Βραβείο Προσβασιμότητας Alpha Bank αλλά και το Βραβείο Κοινού Fischer. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ντοκιμαντέρ για έναν σπουδαίο αθλητή· είναι μια διεισδυτική ματιά στην ανθρώπινη ψυχή και μια υπενθύμιση ότι η ζωή δεν μετριέται με τα μετάλλια, αλλά με τη δύναμη να ορίζεις ξανά τον εαυτό σου κάθε μέρα.


Αφροδίτη Παπαδάκη

Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.

Instagram: @alpha.pi

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

​Rental Family: Μπορείς να νοικιάσεις την ευτυχία με την ώρα; | EDITORIAL


Οικογένεια προς Ενοικίαση / Rental Family

Μια συγκλονιστική ματιά στην "ενοικιαζόμενη" ευτυχία.

​Η βραβευμένη σκηνοθέτης Χικάρι (γνωστή από τη σειρά "Beef") επιστρέφει με μια ταινία που ισορροπεί ανάμεσα στο σουρεαλιστικό και το βαθιά ανθρώπινο. Στο "Οικογένεια προς Ενοικίαση", ο Μπρένταν Φρέιζερ, υποδύεται τον Φίλιπ, έναν Αμερικανό ηθοποιό στο Τόκιο. Όταν η καριέρα του βαλτώνει, προσλαμβάνεται σε μια εταιρεία που νοικιάζει ηθοποιούς για να υποδυθούν μέλη οικογενειών ή φίλους. Εκεί, ο ιδιοκτήτης του γραφείου τού εξηγεί τη φιλοσοφία της επιχείρησης με μια φράση που σε παγώνει: "Δεν πουλάμε ανθρώπους, πουλάμε συναίσθημα".

Οι υπηρεσίες του γραφείου καλύπτουν κάθε κενό: από το να υποδυθείς έναν πατέρα, μέχρι έναν φίλο για ηλεκτρονικά παιχνίδια ή απλά για ένα ποτό. Όμως, πίσω από την υπόσχεση της παρέας, η ταινία εγείρει βαθιά ηθικά ερωτήματα που μας ακολουθούν και μετά τους τίτλους τέλους.


Το πιο συγκλονιστικό κομμάτι είναι η σχέση του Φίλιπ με ένα μικρό κορίτσι, τη Μία, που η μητέρα της τον προσλαμβάνει ως πατέρα. Εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια σκληρή πραγματικότητα: Πόσο υγιές είναι για ένα παιδί να δένεται με έναν "πατέρα" που πληρώνεται με την ώρα; Η σύγχυση των ορίων κορυφώνεται όταν ο Φίλιπ παίρνει μια οριακή απόφαση: αρνείται έναν ρόλο σε μια αστυνομική σειρά που περίμενε χρόνια, μόνο και μόνο για να παραμείνει κοντά στη "μικρή του κόρη". Είναι μια στιγμή που αναρωτιόμαστε έντονα: Πόσο υγιές είναι και για τον ίδιο τον ηθοποιό να ταυτίζεται τόσο με τους "ρόλους" του; Η ανάγκη του να νιώσει ότι ανήκει κάπου τον οδηγεί στο να θυσιάσει την πραγματική του καριέρα για χάρη μιας καλοπληρωμένης ψευδαίσθησης.


Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, η μικρή Μία ρωτάει: "Γιατί οι μεγάλοι λένε συνέχεια ψέματα;". Η απάντηση που παίρνει είναι αφοπλιστική: "Είναι πολύ πιο εύκολο από το να λες την αλήθεια". Αυτή η φράση συνοψίζει όλη τη βιομηχανία των Rental Families στην Ιαπωνία, μια υπαρκτή πραγματικότητα όπου πολλοί νοικιάζουν συγγενείς ή φίλους για να αποφύγουν το στίγμα της μοναξιάς. Η ταινία μας δείχνει ότι αυτό που αγοράζεται είναι η οικειότητα, όμως το ψυχολογικό τίμημα και για τις δύο πλευρές είναι συχνά δυσβάσταχτο.


​Η σκηνή που ο Φίλιπ αντικρίζει τον εαυτό του στον καθρέφτη, τη στιγμή που τιμά τη μνήμη του ηθοποιού για τον οποίο υποδυόταν έναν ακόμη ρόλο, είναι η στιγμή της απόλυτης συντριβής. Εκεί καταλαβαίνουμε ότι δεν κοιτάζει απλώς το είδωλό του, αλλά την αντανάκλαση ενός ανθρώπου που έχει χάσει κάθε επαφή με την προσωπική του αλήθεια, έχοντας αναλώσει τον εαυτό του στο να "κατασκευάζει" αναμνήσεις για τους άλλους.

Το ίδιο ακριβώς θέμα είχε εξερευνήσει το 2019 και ο Werner Herzog στην ταινία "Family Romance, LLC" (που στην Ελλάδα προβλήθηκε ως "Οικογενειακή Ευτυχία ΑΕ"). Εκείνη η ταινία λειτουργούσε περισσότερο ως ένα μείγμα μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, αποδεικνύοντας πόσο πολύ απασχολεί τους δημιουργούς παγκοσμίως αυτό το παράξενο εμπόριο συναισθημάτων.

Η ταινία "Οικογένεια προς Ενοικίαση" είναι μια τρυφερή αλλά και διεισδυτική ματιά πάνω στη μοναξιά. Ο Μπρένταν Φρέιζερ παραδίδει μια ερμηνεία γεμάτη μελαγχολία και ανθρωπιά, κάνοντάς μας να αναρωτηθούμε αν η ενοικιαζόμενη ευτυχία είναι προτιμότερη από την αληθινή μοναξιά και πού σταματά η υποκριτική όταν αρχίζει η ανάγκη για αγάπη.


Αφροδίτη Παπαδάκη

Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.

Instagram: @alpha.pi

Δείτε ακόμη:

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

"Όλες οι Κυριακές": πίστη, εφηβεία και αναζήτηση ταυτότητας | EDITORIAL

Όλες οι Κυριακές EDITORIAL 1
«Όλες οι Κυριακές / Los Domingos», σκηνοθεσία: Αλάουδα Ρουίθ ντε Αθούα (Ισπανία, 2025)

Η Αϊνάρα είναι 17 χρονών. Βρίσκεται σε εκείνη την ηλικία όπου οι βιολογικές μεταβολές συνοδεύονται από έντονες συναισθηματικές αλλαγές. Την ηλικία που οι έφηβοι πλημμυρίζονται από ευμετάβλητα συναισθήματα, προσπαθούν να πάρουν απόσταση από το οικογενειακό περιβάλλον, να ανεξαρτητοποιηθούν, να πειραματιστούν, να επαναστατήσουν. Συχνά η συμπεριφορά τους γίνεται εκρηκτική.

Στην περίπτωση της Αϊνάρας, όμως, η αντίδραση είναι διαφορετική. Απομακρύνεται σταδιακά από την οικογένειά της χωρίς να στρέφεται στους συνομηλίκους της. Νιώθει μέσα της ένα «θείο κάλεσμα» και έλκεται από τη μοναστηριακή ζωή ενός καθολικού μοναστηριού που έχει επισκεφτεί με το εκκλησιαστικό σχολείο στο οποίο φοιτά.

Όλες οι Κυριακές EDITORIAL

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι δύο βασικοί άνθρωποι της ζωής της: η θεία της - που λειτουργεί σαν μητέρα, αφού η Αϊνάρα έχει χάσει τη δική της– και ο πατέρας της. Ο πατέρας, πιο κοντά στην πίστη, αντιμετωπίζει πιο ήπια την απόφαση της κόρης του να κλειστεί σε μοναστήρι. Η θεία, άθεη και ορθολογίστρια, προσπαθεί με κάθε τρόπο να την αποτρέψει. 

Τα ερωτήματα που τίθενται είναι: είναι πράγματι  θεϊκό το κάλεσμα που νιώθει η Αϊνάρα -έτσι πιστεύει η ίδια- ή μήπως χτίζεται μέσα από τη μοναξιά και τη δυσκολία της να επικοινωνήσει όσα συμβαίνουν μέσα της; Ή μήπως, ακόμη, επηρεάζεται από τον υπόγειο προσηλυτισμό της ηγουμένης και του πνευματικού, προς τους οποίους η Αϊνάρα δείχνει να έλκεται σε πνευματικό επίπεδο;

Ένας πατέρας απορροφημένος από τα οικονομικά προβλήματα της επιχείρησής του και μια νέα σχέση στη ζωή του την κάνουν να νιώθει ακόμη πιο μακριά του και να αισθάνεται πιο έντονα την απουσία της μητέρας της. Από την άλλη, μια θεία-με την οποία ταυτιζόμαστε σε πολύ μεγάλο βαθμό-που μιλά με απόλυτο ορθολογισμό - «η αγάπη του Θεού θα υπάρχει πάντα, μπορεί να περιμένει» - μεταδίδει μια βεβαιότητα που τελικά απομακρύνει την Αϊνάρα, γιατί νιώθει πως δεν την κατανοεί. 

Πολλές φορές η απόρριψη των συναισθημάτων ενός εφήβου ή η απουσία προσπάθειας απόδοσης της βαρύτητας που φέρουν αυτά στον ψυχισμό του νέου και στη λήψη των αποφάσεων του,τον κάνουν ακόμη πιο απόμακρο, τον εγκλωβίζουν στη μοναχικότητα και στην ανάγκη να βρει κάποιον που θα αναγνωρίσει τη σημασία όσων νιώθει. Κάποιον που θα τον ακούσει πραγματικά, που θα αφουγκραστεί αυτό που συμβαίνει μέσα του και όχι τις ματαιωμένες δικές του προσδοκίες πάνω σε όσα του λέει. Κάποιον που θα τον κάνει να νιώσει αληθινά αγαπητός και που ο ίδιος ο έφηβος θα μπορέσει να εμπιστευτεί.

Όλες οι Κυριακές EDITORIAL

Η Αϊνάρα αναζητά απεγνωσμένα έναν χώρο απόλυτης προστασίας και αγάπης. Πιστεύει ότι μόνο ο Θεός μπορεί να της την προσφέρει, με αντάλλαγμα την πίστη της-μια πίστη που σταδιακά μετατρέπεται σε υποταγή, αλλά και που μέσα από αυτή, παραδόξως η Αϊνάρα νιώθει να υποστασιοποιέιται, ίσως γιατί στη συνέχεια αυτή η υποταγή της κομίζει μια άλλη μορφή εξουσίας, με το να πιστεύει πως στέκεται πιο ψηλά από τους ανθρώπους που δεν πιστεύουν ή που δεν έχουν νιώσει το θείο κάλεσμα. Σαν να έχουν εξαντληθεί όλες οι ελπίδες ότι αυτή η αγάπη μπορεί να προέλθει από τους οικείους της, παρότι η θεία και η γιαγιά τη δείχνουν έντονα.

Γιατί, λοιπόν, τις αγνοεί;

Ίσως γιατί αυτή την αγάπη την περιμένει κυρίως από τον πατέρα της. Και ίσως εκεί αποκαλύπτεται μια υποκρισία σε όσα ο ίδιος λέει: «Με ενδιαφέρει η ευτυχία του παιδιού μου». Νιώθουμε όμως πως μέσα σε αυτή την ευτυχία έχει συμπεριλάβει και τη δική του. Σαν η παρουσία της Αϊνάρας και οι αμφιταλαντεύσεις της να του δημιουργούν πρόβλημα στον τρόπο που έχει επιλέξει να οργανώσει τη ζωή του.

Σε ένα πλάνο η Αϊνάρα απευθύνεται στον Θεό και τον παρακαλεί να της δώσει ένα σημάδι, υποσχόμενη πως είναι έτοιμη να του παραδοθεί, αποκαλώντας τον «Πατέρα». Λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο πραγματικός της πατέρας, τον οποίο όμως δεν βλέπει. Η σκηνή αυτή συμπυκνώνει όλη την αγωνία της: αναζητά την πατρική αγάπη στο θείο, τη στιγμή που ο άνθρωπος που θα μπορούσε να της τη δώσει βρίσκεται δίπλα της αλλά παραμένει απών. Το αν της δίνεται τελικά το σημάδι δεν το γνωρίζουμε. Για την ακρίβεια δεν γνωρίζουμε το πώς η ίδια αυθυποβάλλεται στην εναγώνια προσπάθειά της να το δημιουργήσει μέσα της. Στη σκέψη της Αϊνάρας δεν μπορούμε να μπούμε. Μπορούμε όμως να νιώσουμε πως υποφέρει-υποφέρει από μια έλλειψη. Έλλειψη κατανόησης; Ίσως. Αναζητά το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής της και το νοηματοδοτεί μέσα από μια αγνή αγάπη που θα την πλαισιώσει και θα αποτελέσει την ασπίδα προστασίας της στη μετέπειτα ζωή της.Οι έφηβοι συχνά θρηνούν την απώλεια της παιδικής ηλικίας, τότε που ένιωθαν προστατευμένοι. Μεγαλώνοντας νιώθουν ότι, καθώς δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των μεγάλων, αυτή η ασπίδα προστασίας ραγίζει. Η Αϊνάρα την αναζητά στον Θεό. Επιλέγει να πιστέψει, θεωρώντας πως στον κόσμο του Θεού οι οδύνες της είναι απλώς δοκιμασίες. Επιλέγει να μετατρέψει τα τραύματά της σε πίστη, σε μια υπόσχεση ότι κάπου υπάρχει μια αγάπη απόλυτη και άνευ όρων. 

Όλες οι Κυριακές EDITORIAL 3

Οι πόρτες κλείνουν και ο καθένας επιστρέφει στη ζωή του. Η σκηνοθέτιδα δεν κρίνει κανέναν. Ωστόσο, μέσα μας μένει ένα ερώτημα: πόσα χιλιόμετρα πρέπει να διανύσουμε για να αποβάλουμε τις ναρκισσιστικές και ιδεολογικές μας βεβαιότητες για το τι είναι «καλό» και τι όχι για τη ζωή του παιδιού μας; Σε έναν κόσμο υπερκορεσμένο από εξουσίες, μήπως η εξουσία ενός ανώτερου, μεταφυσικού όντος-αυτού που ονομάζουμε Θεό- εμφανίζεται ως λύση στα ανεπίλυτα ερωτήματα ενός παιδιού που αναζητά αληθινό νόημα στη ζωή του; Ένας φαύλος κύκλος που αποκτά μεταφυσικές διαστάσεις εκεί όπου η αγάπη, η εξουσία και η επιβολή συγχέονται, έτσι ώστε να αναζητούνται τα ίδια τελικά πράγματα πίσω από το προσωπείο μιας βαθιάς πίστης που ίσως δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αντανάκλαση της έλλειψης πίστης από εκείνους που αγάπησες, αλλά που δεν σε πίστεψαν.

Έχοντας αποσπάσει το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Σαν Σεμπαστιάν, και με 13 υποψηφιότητες για Γκόγια η ταινία της Αλάουντα Ρουΐθ ντε Αθούα, «Όλες οι Κυριακές» βρίσκεται ήδη στις κινηματογραφικές αίθουσες.


Καλλίτσα Βλάχου
Καλλίτσα Βλάχου
Εκπαιδευτικός, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) και της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MA) στις Ανθρωπιστικές Σπουδές του ΕΑΠ, με διπλωματική εργασία πάνω στα κινηματογραφικά είδη και τον σύγχρονο κοινωνικό κινηματογράφο. Έχει ολοκληρώσει προγράμματα του ΕΚΠΑ στη σκηνοθεσία, την αφήγηση και τη δημιουργική γραφή.
Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει, βλέπει ταινίες και παρακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις. Τον υπόλοιπο ελάχιστο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...


Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

​"Ο Μυστικός Πράκτορας":Όταν ο τρόμος της Ιστορίας γίνεται σινεμά | EDITORIAL

Ο Μυστικός Πράκτορας, κριτική για την ταινία του Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου με τον Βάγκνερ Μούρα

"Ο Μυστικός Πράκτορας" δεν είναι η τυπική ταινία κατασκοπείας που περιμένει κανείς ακούγοντας τον τίτλο της. Είναι ένα πυκνό, ατμοσφαιρικό θρίλερ που χρησιμοποιεί το σινεμά για να ανασύρει στην επιφάνεια το αίσθημα του φόβου και της καταπίεσης στη Βραζιλία του 1977. Ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου στήνει ένα σκηνικό όπου η Ιστορία δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο, αλλά ως ο βασικός πρωταγωνιστής που καθορίζει κάθε κίνηση των ηρώων.

Στο επίκεντρο της πλοκής βρίσκεται ο Μαρσέλο, τον οποίο υποδύεται με καθηλωτική εσωτερικότητα ο Βάγκνερ Μούρα. Ο Βραζιλιάνος ηθοποιός, που έγινε παγκοσμίως γνωστός από τον εμβληματικό του ρόλο ως Πάμπλο Εσκομπάρ στη σειρά "Narcos", παραδίδει εδώ μια τελείως διαφορετική ερμηνεία. Ο ήρωάς του είναι ένας άνθρωπος σε διαρκή φυγή, που αναγκάζεται να αλλάζει ταυτότητες για να γλιτώσει από το ανελέητο κυνήγι του καθεστώτος. Αποτυπώνει συγκλονιστικά την ψυχολογία ενός ανθρώπου που υποψιάζεται τα πάντα γύρω του, αναδεικνύοντας τη διαφθορά που μπορεί να επιφέρει μια δικτατορία ακόμη και στις ανθρώπινες σχέσεις.

Η ταινία είναι αναμφίβολα απαιτητική, καθώς επιλέγει μια πλούσια αφήγηση, γεμάτη παράλληλες ιστορίες και αλληγορικές λεπτομέρειες. Στοιχεία όπως ο αστικός θρύλος με το "τριχωτό πόδι", ένας διάσημος μύθος του Ρεσίφε για ένα κομμένο πόδι που κυνηγούσε τους περαστικούς, ή οι αναφορές στην ταινία "Τα Σαγόνια του Καρχαρία", δεν είναι απλές διακοσμητικές πινελιές. Λειτουργούν ως ισχυρές μεταφορές για τον αόρατο και παράλογο τρόμο που παραμονεύει κάτω από την επιφάνεια της καθημερινότητας.

Ο Μυστικός Πράκτορας, πολιτικό θρίλερ στη Βραζιλία του 1977

Αυτή η επιλογή να μη μείνει τίποτα εκτός κάδρου οδηγεί σε μια διάρκεια που σε κάποιους μπορεί να φανεί υπερβολική. Πρέπει να ομολογήσω ότι και η δική μου πρώτη αίσθηση ήταν αυτή, καθώς ο ρυθμός στο πρώτο μέρος μου φάνηκε νωχελικός. Ίσως, όμως, αυτή η βραδύτητα να είναι επιτηδευμένη: ο σκηνοθέτης μοιάζει να θέλει να μας "εγκλωβίσει" στην αναμονή και την αβεβαιότητα των ηρώων του. Πάντως, περνώντας τη μέση της ταινίας, η πλοκή αποκτά μια καθηλωτική ένταση, καθώς ο κλοιός στενεύει και η αγωνία κορυφώνεται με τρόπο που με αποζημίωσε πλήρως για την υπομονή μου.

O Agente Secreto, σκηνή από την ταινία Ο Μυστικός Πράκτορας του Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος που η ταινία χρησιμοποιεί ηχητικά ντοκουμέντα για να ενώσει τα κομμάτια του παρελθόντος, θυμίζοντάς μας ότι η μνήμη είναι ένα από τα πιο ισχυρά όπλα απέναντι στη λήθη. Το κλείσιμο της ταινίας αποφεύγει τις εύκολες συγκινήσεις, αφήνοντας μια πικρή αλλά αληθινή γεύση για το τι σημαίνει να παραμένεις άνθρωπος σε απάνθρωπους καιρούς.

Είναι ένα στιβαρό πολιτικό σινεμά που απαιτεί την αφοσίωσή μας. Παρά τις αφηγηματικές του ιδιαιτερότητες, μας χαρίζει μια σπάνια κινηματογραφική εμπειρία που μας καλεί να αναλογιστούμε τις δικές μας ευθύνες απέναντι στα σκοτάδια κάθε εποχής.

📍Ο Μυστικός Πράκτορας / O Agente Secreto


Αφροδίτη Παπαδάκη

Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και τον χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.

Instagram: @alpha.pi


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

​"Άμνετ": Ένα σπαρακτικό ποίημα για την απώλεια και τη λύτρωση | EDITORIAL


Η βραβευμένη με Όσκαρ σκηνοθέτιδα Chloé Zhao (Nomadland) μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομότιτλο, πολυβραβευμένο μυθιστόρημα της Maggie O'Farrell, παραδίδοντας μια ταινία που αποτελεί οπτικό και συναισθηματικό ποίημα. Το "Άμνετ" μας ταξιδεύει στην Αγγλία του 16ου αιώνα για να αφηγηθεί την ιστορία πίσω από τη γέννηση του διασημότερου θεατρικού έργου στον κόσμο, εστιάζοντας όχι στον δημιουργό, αλλά στην οικογένεια που έζησε την απώλεια. Πρόκειται για μια από εκείνες τις σπάνιες στιγμές που το σινεμά γίνεται καθρέφτης της ανθρώπινης ψυχής. Μια ταινία που δεν την βλέπεις απλώς, αλλά την αναπνέεις και την νιώθεις να σε τυλίγει με την απαράμιλλη ομορφιά και τον βαθύ, οικουμενικό της πόνο. 

​Αν η ταινία είναι ένα οπτικό ποίημα, τότε η Jessie Buckley είναι η λέξη που σε κάνει να δακρύζεις σε κάθε στίχο. Η ερμηνεία της ως Άγκνες είναι κάτι παραπάνω από υποκριτική, είναι μια συγκλονιστική κατάθεση ψυχής. Υπάρχουν στιγμές που η ηθοποιός σπαράζει στην οθόνη και νιώθεις την ανατριχίλα να διαπερνά το σώμα σου. Είναι ένας σπαραγμός τόσο ωμός, τόσο αληθινός, που ακόμα και τώρα, ανακαλώντας τη μορφή της, η ένταση αυτού του πόνου προκαλεί κόμπο στο στομάχι. Η Buckley δεν "παίζει" τη θλίψη της μάνας που χάνει το παιδί της, τη μετουσιώνει σε κάτι ιερό, παρασύροντας τον θεατή σε μια εμπειρία που δύσκολα ξεχνιέται.


Η Jessie Buckley συγκλονίζει σε έναν ύμνο για την αγάπη που νικά τον χρόνο.

Η σκηνοθεσία της Zhao μας μεταφέρει σε έναν κόσμο γεμάτο με το φως της υπαίθρου και τη μυρωδιά των βοτάνων, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η ζωή και η απώλεια μοιάζουν να χορεύουν μαζί. Η ταινία χτίζει σταδιακά το συναισθηματικό της βάρος, οδηγώντας μας σε ένα μονοπάτι που, αν και πονάει, είναι γεμάτο από μια σπάνια αισθητική ομορφιά. Δίπλα στην Buckley, ο Paul Mescal επιβεβαιώνει γιατί θεωρείται ένας από τους πιο χαρισματικούς ηθοποιούς της γενιάς του. Με μια ερμηνεία χαμηλών τόνων αλλά τεράστιου εσωτερικού βάρους, αποδίδει με συγκλονιστική ευαισθησία τον ρόλο του νεαρού συγγραφέα που παλεύει ανάμεσα στη δημιουργία και την προσωπική συντριβή. Η χημεία του με την Buckley είναι ηλεκτρισμένη, ενώ η παρουσία του μικρού Άμνετ στην οθόνη είναι εκείνη που δίνει το πραγματικό βάρος στην απώλεια. Η αθωότητά του κάνει τον επερχόμενο σπαραγμό να μοιάζει ακόμα πιο αβάσταχτος, συμπληρώνοντας αυτό το τραγικό αλλά πανέμορφο ψηφιδωτό. 


Όμως, αυτό που απογειώνει το "Άμνετ" και το χαράσσει ανεξίτηλα στη μνήμη, είναι το τέλος του. Μετά από μια διαδρομή που δοκιμάζει τις αντοχές της καρδιάς, το κλείσιμο της ταινίας έρχεται ως μια βαθιά λυτρωτική αγκαλιά. Είναι η στιγμή που ο πόνος βρίσκει διέξοδο και η απώλεια μετατρέπεται σε τέχνη αθάνατη, προσφέροντας στον θεατή μια ανακουφιστική αίσθηση γαλήνης. Φεύγοντας από την αίθουσα, ένιωθα μια περίεργη γαλήνη παρά τη συγκίνηση. Δεν είναι άλλη μια θλιβερή ιστορία, αλλά μια εμπειρία που σε γεμίζει ομορφιά, κάνοντάς με να νιώθω τυχερή που είδα κάτι τόσο αληθινό στη μεγάλη οθόνη.


Το "Άμνετ" είναι μια υπενθύμιση ότι η αγάπη, ακόμα και όταν πληγώνεται θανάσιμα, είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να νικήσει τον χρόνο. Μια ταινία που θα σας κάνει να κλάψετε, αλλά και να εκτιμήσετε την ομορφιά του να αγαπάς βαθιά. Μια αληθινή κινηματογραφική εμπειρία!

📍Άμνετ / Hamnet

---------------------------------------------

Αφροδίτη Παπαδάκη

Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.

Instagram: @alpha.pi

Δείτε ακόμη:

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Sirât: Η εσωτερική έρημος του Όλιβερ Λάσε | EDITORIAL

Sirat film

"Sirât" του Όλιβερ Λάσε, 2025

Μια βαθιά υπαρξιακή ταινία, που προχωρεί τον κινηματογράφο πολύ μπροστά, όχι μόνο στη φιλοσοφική, αλλά και στην κοινωνιολογική του διάσταση.

"Σκληρή δεν είναι η έρημος και οι συνθήκες της. Σκληρά είναι όσα συμβαίνουν στη Γάζα", αναφέρει ο πρωταγωνιστής της ταινίας Σέρζι Λόπεζ (εξαιρετική η ερμηνεία του στην ταινία) σε συνέντευξή του, απαντώντας σε ερώτηση για τις δύσκολες συνθήκες των γυρισμάτων. Και εδώ μπορούμε να προσθέσουμε πως σκληρά δεν είναι μόνο τα όσα εκτυλίσσονται στη Γάζα, που έχει μετατραπεί σε νεκροταφείο αθώων ανθρώπων, αλλά και όσα συμβαίνουν στην αφρικανική ήπειρο, η οποία εδώ και δεκαετίες αποτελεί ένα τεράστιο πεδίο ανθρώπινης εκμετάλλευσης. Έναν χώρο πάνω στον οποίο ο δυτικός πολιτισμός έχει οικοδομήσει, σε μεγάλο βαθμό, την τεχνολογική και οικονομική του εξέλιξη. Η ειρωνεία ή ίσως η ιστορική αναγκαιότητα είναι ότι ο ήρωας της ταινίας, άνθρωπος του δυτικού κόσμου, καλείται να αναζητήσει τη χαμένη κόρη του σε αυτή την ήπειρο. Η σύγκρουση των δύο κόσμων καθίσταται αναπόφευκτη. Και μαζί της, αναπόφευκτη γίνεται και η επανεννοιολόγηση των αξιών ως υπαρξιακή πλέον αναγκαιότητα.

Ένας πατέρας, ο Λουίς, μαζί με τον μικρό του γιο τον Εστεμπάν ξεκινούν από τη χώρα τους την Ισπανία, αναζητώντας την έφηβη κόρη και αδελφή αντίστοιχα που εξαφανίστηκε πριν μερικούς μήνες, έχοντας βάσιμες υποψίες πως ακολούθησε μια ομάδα από ρέιβερς στα πάρτι που οργανώνουν στις ερήμους της Αφρικής. Τα γεγονότα που ακολουθούν διαδραματίζονται στην έρημο, όπου ο χώρος και ο χρόνος δεν λειτουργούν ως αντικειμενικές και αυτονόητες κατηγορίες του κόσμου, έτσι που ό,τι βιώνεται να αποδομείται ως προς τη συνηθισμένη χωρική και χρονική του οργάνωση. Πατέρας και γιος βρίσκονται σε έναν άγνωστο κόσμο όπου ο χρόνος δεν μετριέται με γραμμικό τρόπο και ο χώρος παύει να λειτουργεί ως γεωγραφικό πλαίσιο, αλλά ως ένα υπερβατολογικό πλαίσιο όπου ο ήρωάς μας, ο Λουίς, επιστρατεύει τις υπάρχουσες νοητικές και ψυχικές του λειτουργίες προκειμένου να ανταπεξέλθει στις αντίξοες συνθήκες της ερήμου, στις διαρκείς προκλήσεις και ρίσκα, σε μία διαδρομή που μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ.

Σε έναν χώρο όπου η επιβίωση του πατέρα που αναζητά τη χαμένη κόρη του δεν είναι απλώς σωματική, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαρκούς αναμέτρησης ανάμεσα στις προκλήσεις της φύσης, στην προσπάθεια διαφυγής από τα μύρια δεινά ενός κόσμου που βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής, και στον εσωτερικό, υποστασιακό του κόσμο, όπου προσπαθεί να διατηρήσει την ουσία της ύπαρξής του αναλλοίωτη. Οι εμπειρίες που βιώνει είναι επώδυνες και δυσβάσταχτες, όχι μόνο ως ατομικές δοκιμασίες, αλλά και ως αντανάκλαση ενός κόσμου που καταρρέει. Ενός κόσμου όπου οι θάνατοι αθώων ανθρώπων αποτελούν καθημερινό φαινόμενο, ενός κόσμου όπου η συλλογική ευθύνη μοιάζει να έχει διαλυθεί και η ανθρώπινη ζωή να έχει απολέσει την αξία της.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, τα αντικείμενα και τα γεγονότα δεν εμφανίζονται ως σταθερά δεδομένα, αλλά ως φαινόμενα. Και ακριβώς μέσα από αυτή τη συνθήκη διαμορφώνονται νέες εμπειρίες, μέσω των οποίων ο ήρωάς μας δεν γνωρίζει απλώς τον κόσμο που τον περιβάλλει, αλλά οδηγείται σε μια βαθύτερη αυτογνωσία. Σε μια διαδρομή όπου η έρημος (που αντανακλά την εσωτερική ερημιά του ήρωα) δεν αποτελεί ουδέτερο φόντο της αφήγησης, αλλά διαδραματίζει έναν ενεργό και απαιτητικό ρόλο, καθώς τον ωθεί να επιστρατεύσει όλες του τις δυνάμεις, τις αντοχές του, καθώς και το γνωσιακό και συναισθηματικό του απόθεμα, προκειμένου να ανταποκριθεί στις προκλήσεις ενός άγνωστου κόσμου. Τον καλεί να πάψει να παραμυθιάζεται με ζητήματα ζωής και θανάτου, του τα φέρνει μπροστά, δοκιμάζει τα όριά του και τις αντοχές του. Τα όρια της τάσης του να παραιτηθεί, να θέλει να σταματήσει τα πάντα εκεί, στη χωροχρονική ακινησία της ερήμου, ή να τα ξαναπιάσει όλα από την αρχή. Όχι όμως μόνος αυτή τη φορά, αλλά μαζί με την κοινότητα, το "μαζί" των ανθρώπων που του δίνει τη δύναμη να συνεχίζει, να σηκώνεται από εκεί όπου μόνος του δεν μπορεί, έτσι που η προσωπική απώλεια να λειτουργεί ως τελευταίο σημείο αναφοράς, όχι για να απομονώσει τον ήρωα, αλλά για να τον επαναφέρει στο ουσιώδες: στην ανάγκη να συνεχίσει να βλέπει τον άνθρωπο ως άνθρωπο, ακόμη και όταν όλα γύρω του τον ωθούν να πάψει να το κάνει, ακόμη και αν έχει χάσει ό,τι τον συνέδεε με τον κόσμο που άφησε πίσω του, καταφέρνοντας ίσως το πιο γενναίο: να ζει τελικά, με πλήρη συνείδηση του ίδιου του του εαυτού.

Εκεί όπου οι βεβαιότητες καταρρέουν, η εμπειρία γίνεται πιο γυμνή, πιο άμεση και, τελικά, πιο ανθρώπινη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, συνυπάρχουν αντιθετικές αρχές, τις οποίες ο σκηνοθέτης καταφέρνει να φέρει σε μια εύθραυστη αλλά ουσιαστική ισορροπία. Ο Λουίς έρχεται από μια ζωή δομημένη πάνω σε σταθερά κοινωνικά και πολιτισμικά πρότυπα, σε έναν διαφορετικό κόσμο: τον κόσμο των ανθρώπων που οργανώνουν ρέιβ πάρτι σε απομακρυσμένες περιοχές της αφρικανικής ηπείρου. Πρόκειται για μια άγνωστη κοινότητα για τον ίδιο, η οποία κουβαλά μια διαφορετική κοσμοθεωρία και έναν εναλλακτικό τρόπο ύπαρξης. Η κοινότητα αυτή χαρακτηρίζεται από έντονα ανεπτυγμένη κοινωνική και οικολογική συνείδηση, παρότι ο τρόπος ζωής της είναι βαθιά αντισυστημικός και έξω από τα πρότυπα της δυτικής κοινωνίας. Οι άνθρωποι αυτοί αναζητούν την επαφή με τη φύση μέσα από τη χορευτική έκφραση και έχουν καταφέρει, σε μεγάλο βαθμό, να αποδεσμευτούν από τις υλικές εξαρτήσεις που καθορίζουν τη σύγχρονη καθημερινότητα.

Η συνάντηση αυτών των δύο κόσμων δεν παρουσιάζεται ως σύγκρουση απόλυτων αντιθέτων, αλλά ως μια διαδικασία αμοιβαίας δοκιμασίας και αναστοχασμού. Η αναζήτηση της χαμένης κόρης μετατρέπεται σταδιακά σε αναζήτηση του ίδιου του εαυτού. Ενός εαυτού που εμποδιζόταν από πολλούς φόβους: τον φόβο απέναντι στο ξένο και το ανοίκειο, τον φόβο που γεννήθηκε μέσα σε βαθιά ταξικά διχασμένες κοινωνίες, τον φόβο της αποδοχής των εγκλημάτων που διαπράττονται απέναντι στους αδύναμους και που οδηγεί στην απώθηση αυτών, αλλά και τον φόβο της ανημπόριας να σταματήσει το κακό.

Είναι αυτές οι βάναυσες εσωτερικές αλήθειες που ο κινηματογραφικός φακός του Όλιβερ Λάσε μας τις φωτίζει. Ο ήρωάς μας καλείται να τις κοιτάξει κατά πρόσωπο και να τις αποδεχτεί για να μπορέσει να συνεχίσει. Η αντιμετώπισή τους είναι επώδυνη και το τίμημα βαρύ. Μέσα από την αποδόμηση των όσων θεωρούνταν δεδομένα δίνεται η δυνατότητα γέννησης ενός νέου ανθρώπου, που ξεκινά τη διαδρομή του από το μηδέν, από το μηδέν της ίδιας της ανθρωπότητας, η οποία αναπαρίσταται σαν ένα τρένο επιζώντων, το τελευταίο καταφύγιο πριν από μια ολική καταστροφή προς την οποία ο κόσμος μοιάζει να οδεύει.

Προβάλλεται στους κινηματογράφους.


Καλλίτσα Βλάχου
Καλλίτσα Βλάχου
Εκπαιδευτικός, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) και της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MA) στις Ανθρωπιστικές Σπουδές του ΕΑΠ, με διπλωματική εργασία πάνω στα κινηματογραφικά είδη και τον σύγχρονο κοινωνικό κινηματογράφο. Έχει ολοκληρώσει προγράμματα του ΕΚΠΑ στη σκηνοθεσία, την αφήγηση και τη δημιουργική γραφή.
Στον ελεύθερο χρόνο της διαβάζει, βλέπει ταινίες και παρακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις. Τον υπόλοιπο ελάχιστο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της...

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

"Η Μαχαιριά" του Φατίχ Ακίν | EDITORIAL


Μια Οδύσσεια Επιβίωσης και Σιωπής - Η αγάπη είναι η μόνη γλώσσα που δεν χρειάζεται φωνή για να ακουστεί

Η ταινία "Η Μαχαιριά" (The Cut) του Φατίχ Ακίν πραγματεύεται ένα από τα πιο επώδυνα θέματα της ιστορίας: τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Tολμά να αγγίξει μια ανοιχτή πληγή της ιστορίας, όχι με τη διάθεση ενός πολιτικού μανιφέστου, αλλά μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που έχασε τη φωνή του, αλλά όχι την ελπίδα του.
Ο πρωταγωνιστής (Ταχάρ Ραχίμ), χωρίς να αρθρώσει σχεδόν ούτε μια λέξη στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, καταφέρνει να μεταδώσει όλο τον πόνο, τον φόβο και την αποφασιστικότητα ενός πατέρα που αναζητά τα παιδιά του στις στάχτες μιας αυτοκρατορίας.
Είναι αξιοθαύμαστο πώς ένας σκηνοθέτης τουρκικής καταγωγής προσεγγίζει το θέμα με τόσο θάρρος και ανθρωπιά. Η ταινία δεν εστιάζει μόνο στη φρίκη, αλλά στη διαδρομή προς την εξιλέωση.
Η ταινία θυμίζει κλασικό σινεμά (τύπου Λόρενς της Αραβίας). Τα πλάνα της ερήμου είναι επιβλητικά και η παραγωγή σε μεταφέρει αυθεντικά στις αρχές του 20ού αιώνα.
"Η Μαχαιριά" δεν είναι απλώς μια ταινία για το παρελθόν. Είναι ένας ύμνος στην ακατάλυτη θέληση του ανθρώπου να βρει ξανά την οικογένειά του, ακόμα και όταν ο κόσμος γύρω του καταρρέει. Ένα συναισθηματικό ταξίδι που σε στοιχειώνει πολύ μετά τους τίτλους τέλους.

Η Στιγμή που η Σιωπή συνάντησε την Τέχνη
Ο Φατίχ Ακίν χτίζει μια Οδύσσεια γεμάτη πόνο, αλλά η καρδιά της ταινίας χτυπά σε μια απρόσμενη σκηνή: τη στιγμή που ο πρωταγωνιστής έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τον κινηματογράφο, και ο ίδιος έχει χάσει τη φωνή του από τη μαχαιριά, βρίσκει παρηγοριά σε μια τέχνη που εκείνη την εποχή ήταν επίσης βουβή.
Ο Ναζαρέτ παρακολουθεί τον Τσάπλιν να παλεύει με τις δικές του αντιξοότητες. Μέσα στο γέλιο των γύρω του, εκείνος βρίσκει έναν καθρέφτη της δικής του βουβής οδύνης.
Η σκηνή αυτή μας υπενθυμίζει ότι ο κινηματογράφος δεν χρειάζεται λέξεις για να μεταφέρει το συναίσθημα. Όπως ο Τσάπλιν μιλάει στις καρδιές των ανθρώπων χωρίς ήχο, έτσι και ο Ναζαρέτ επικοινωνεί το δράμα του μέσα από το βλέμμα του.
"Είναι η στιγμή που ο Ναζαρέτ σταματά για λίγο να είναι ένας κυνηγημένος πρόσφυγας και γίνεται ξανά άνθρωπος. Το φως του προβολέα στην έρημο μοιάζει με θεϊκή παρέμβαση, μια υπενθύμιση ότι η ομορφιά και η τέχνη μπορούν να επιβιώσουν ακόμα και μέσα στην απόλυτη βαρβαρότητα."
Η επιλογή του Ακίν να χρησιμοποιήσει τον Τσάπλιν δεν είναι τυχαία. Είναι ένας φόρος τιμής στη δύναμη της εικόνας και μια ανάσα ελπίδας στην τραγική διαδρομή του πρωταγωνιστή. 
Η ταινία ξεκινά με μια «μαχαιριά» που επιβάλλει τη σιωπή και τελειώνει με μια συνάντηση που την καταργεί. Ο Ναζαρέτ, όπως και ο ήρωας του Τσάπλιν που θαύμασε κάποτε, αποδεικνύει ότι η αγάπη είναι η μόνη παγκόσμια γλώσσα που παραμένει ζωντανή, ακόμη και όταν η ιστορία προσπαθεί να την αφανίσει.

Μια Σιωπή που Κραυγάζει
Όταν το ταξίδι του φτάνει επιτέλους στο τέλος του, η συγκίνηση δεν έρχεται από κάποια μεγάλη κουβέντα -άλλωστε η φωνή του έχει χαθεί προ πολλού- αλλά από την ανάσα της ανακούφισης που γεμίζει την οθόνη. 
Bλέποντας αυτή την ταινία συνειδητοποιείς πως, όσο κι αν προσπαθήσει η ιστορία να σε λυγίσει, όσο κι αν σου κόψει τη λαλιά, η αγάπη βρίσκει πάντα τον τρόπο να ψιθυρίσει. Φεύγεις από την προβολή με έναν κόμπο στον λαιμό, αλλά και με μια ικανοποίηση, έχοντας δει ένα από τα πιο ανθρώπινα μαθήματα επιμονής που έχουν αποτυπωθεί ποτέ σε φιλμ.

---------------------------------------------
Ρούλα Τζιωρτζιώτη-Αλατζάκη
Γραφίστας, μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης από το 2010 και της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λέσχών Ελλάδος, μάνα και σύζυγος, κόρη κι αδελφή. Της αρέσει ο ήλιος κι η βροχή, οι υψωμένες γροθιές, οι θάλασσες και τα ποτάμια, τα βιβλία, τα τραγούδια κι οι μουσικές, οτιδήποτε έχει τιμόνι ή λαγουδέρα, το σινεμά και το θέατρο, το γέλιο και το κλάμα, οι αγκαλιές, ο ουρανός και τα σύννεφα. Δεν της αρέσουν οι μεγάλοι κι οι τρανοί, όσοι κι όσα υπονομεύουν το δίκιο και την αλήθεια. Σιχαίνεται τους φασίστες και τους πολεμοχαρείς ηγετίσκους.