Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα editorial. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα editorial. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2020

Δυο Πόρτες Έχει η Ζωή | EDITORIAL

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει γράψει για την Ευτυχία του λαϊκού τραγουδιού: "Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου… Τη θυμάμαι πάντοτε με ένα μαντίλι στα μαλλιά, να με κοιτάζει με το πονηρό της βλέμμα και ξάφνου να μου πετάει ένα δίστιχο, όπως Σαράντα μέρες κι άλλη μια / περπάτησα στην ερημιά, για να δει, από την έκφραση των ματιών μου, αν μου άρεσε και πόσο. Και άλλοτε να με βρίζει επειδή μου είπε με την βραχνή, τσακισμένη από το τσιγάρο φωνή της, Να’ ταν ο πόνος άνθρωπος / να 'ρχόμαστε στα χέρια, κι εγώ έμεινα απαθής. Και άλλοτε, πάλι, να μου επαναλαμβάνει ένα ολόκληρο πρωινό δύο στίχους για να μου μαλακώσει την ψυχή, επειδή ήμουν σεκλετισμένος: Πέρασα νύχτα απ’ τη ζωή / και με κλειστά τα μάτια…Όλα αυτά χρόνια που την συναντούσα και κουβεντιάζαμε , μου είπε πάρα πολλά για την ζωή της. Ουδέποτε όμως, με μια σειρά. Πάντοτε αποσπασματικά. Ποτέ όμως δεν μου είπε ούτε μια λέξη για το μεγάλο πάθος της. Την χαρτοπαιξία. Το πάθος που την ανάγκασε να δανείζεται – δανεικά και αγύριστα – απ’ όλο τον κόσμο και να αδιαφορεί -αυτή, που υπήρξε μια αρχόντισσα- για την αξιοπρέπειά της".
Ο Άγγελος Φραντζής επιλέγει να αποτυπώσει αυτή την εικόνα της στιχουργού μέσα στην ταινία. Η Μικρασιατική Καταστροφή και το δράμα του ξεριζωμού δεν έρχονται να τεθούν υπό το μικροσκόπιο του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου αλλά αποτελούν την αφετηρία της εξιστόρησης της καλλιτεχνικής πορείας της Παπαγιαννοπούλου. Το δράμα της καταστροφής και της τραυματικής μνήμης εκφράζεται μέσα από τα τραγούδια και τους βιωματικούς στίχους της Ευτυχίας, που έρχονται να αντικαταστήσουν από μόνα τους κάθε σκηνή κορυφαίου ανθρωπιστικού και εθνικού δράματος όπως έχουν γυριστεί με το τσουβάλι στο ελληνικό και παγκόσμιο σινεμά. 
Η ταινία είναι μια καθαρή και αυθεντική βιογραφία γύρω από την ζωή της, τα πάθη της και του καλλιτεχνικού έργου της που πέρασε από πολλά κύματα αλλά σημάδεψε την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Αυτό φαίνεται από την θέση που κατέχουν οι στίχοι της στις καρδιές και τις ψυχές των ανθρώπων ιδιαιτέρως όσων γεύτηκαν τις δύσκολες κοινωνικοοικονομικές μεταβολές της εποχής χωρίς όμως να χάσουν την διαχρονική ταυτότητα και σημασία τους.
Πρόκειται για ένα ανθολόγιο που ξεκινάει με μια γιορτή προς τιμήν της και κάθε συμβάν στη ζωή της έρχεται να διακόψει την ροή, να μας ταξιδέψει στο παρελθόν και να μας αφηγηθεί την ιστορία της Ευτυχίας ξεκινώντας από την καταστροφή της Σμύρνης του 22. Σημαντικοί άνθρωποι που πέρασαν και σημάδεψαν τη ζωή της, οικογενειακές ιστορίες, έρωτες, δυστυχίες και η γνωριμία μαζί με τη σταδιακή αναγνώριση από τα ιερά τέρατα της ελληνικής μουσικής όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης. Βλέπουμε μια γυναίκα με κουλτούρα, με γνώση και αγάπη για τις Τέχνες που αναζητά αναγνώριση και επιζητά την ανεξαρτησία της. Είναι μια προσωπική ταινία που θέλει να ξετυλίξει το κουβάρι μιας χαρισματικής προσωπικότητας χωρίς τυμπανοκρουσίες και υπερβολές με κάθε σεβασμό στον άνθρωπο και στα πάθη του. 
Η Κάτια Γκουλιώνη (συνεργάστηκε με τον Φραντζή και στο "Ακίνητο Ποτάμι") σκιαγραφεί τα πρώτα βήματα της Ευτυχίας και παραδίδει με έναν τρόπο σκηνοθετικά και σεναριακά υποδειγματικό την σκυτάλη στην Καρυοφυλλιά Καραμπέτη για την κορύφωση του δράματος. Προσωπικά βρίσκω την επιλογή των δύο ηθοποιών εξαιρετικά εύστοχη και δεν τίθεται θέμα σύγκρισης μιας και οι δύο ερμηνείες αντιπροσωπεύουν δυο διαφορετικές ηλικιακές ψηφίδες. Η Γκουλιώνη ερμηνεύει την αθωότητα και τα πρώτα βήματα πριν την ωρίμανση της Ευτυχίας, ενώ η Καραμπέτη έρχεται για να αναπαραστήσει το προσωπικό δράμα, το πάθος για τα χαρτιά και τις κρυφές πτυχές της ψυχοσύνθεσης της. Αναμφίβολα και το υπόλοιπο καστ έρχεται να τελειοποιήσει και να συμπληρώσει την προσωπογραφία της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Ακόμα και οι ιστορικές καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες είναι καλογραμμένες και δεν παρουσιάζονται ως άσεμνες καρικατούρες όπως έχουμε δει αρκετές φορές στο παρελθόν.
Έχουν ειπωθεί και γραφτεί τόσα πολλά για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Η ίδια τα έκανε στίχους και μας τα αφηγήθηκε όλα από μόνη της. Είναι η ζωή του κάθε ανθρώπου, από την γέννηση ως τον θάνατο του. Δυο πόρτες έχει η ζωή, άνοιξα μια και μπήκα, σεργιάνισα ένα πρωινό, κι ώσπου να 'ρθει το δειλινό από την άλλη βγήκα. Η ταινία ακολουθεί αυτή την διαδρομή της ζωής και του έργου της, σε ένα βίωμα που δεν θα σε αφήσει ασυγκίνητο και θα μιλήσει στην καρδιά και την ψυχή σου, όπως άλλωστε και οι στίχοι της Ευτυχίας.
------------------------------------------------------------------------

Σάββας Σκληρός 
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης. Γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία και κατοικεί από το 1998 στην Πετρούπολη. Είναι απόφοιτος του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει εργαστεί στον τομέα Ψυχοκοινωνικής Μέριμνας των Ενόπλων Δυνάμεων. Λάτρης του καλού σινεμά, της λογοτεχνίας και του αθλητισμού. 
Instagram: @Savas_Skliros







Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020

"I used to think that my life was a tragedy, but now I realize, it’s a comedy" - Joker | EDITORIAL

Πόσες φορές έχουμε αισθανθεί αόρατοι; Πόσες φορές μιλάμε, φωνάζουμε, θυμώνουμε, ενοχοποιούμαστε, μετανιώνουμε και κανείς δε μας προσέχει, κανείς δε μας δίνει σημασία; Πόσες φορές αποφασίζουμε μετά από πολλοστές παραδοχές της ήττας μας να σιωπήσουμε; Και πόσες φορές ελπίζουμε έστω και αυτή η σιωπή να ηχήσει; Μέχρι που ανακαλύπτουμε το μάταιο όλων αυτών. Γιατί παραμένουμε αόρατοι. 
Και τότε οι επιλογές μας είναι τρεις. Ή φοράμε τη μάσκα των ταξικά ανώτερών μας, αυτών που μας καταδυναστεύουν και τότε κερδίζουμε την προσοχή τους και την εύνοιά τους, ή  παραμένουμε αδρανείς παρατημένοι, απογοητευμένοι  και βυθισμένοι σε βαθιά κατάθλιψη ή βγάζουμε την εσωτερική μας μάσκα του θυμού, των απωθημένων, των ματαιώσεων, των αδικιών , του μίσους και τη φοράμε. Και το μέσα μας το φέρνουμε προς τα έξω. Και εδώ είναι το μεγάλο ζητούμενο. Γιατί αυτή η μάσκα παίρνει πολλές μορφές. ανάλογα με την επεξεργασία και το φιλτράρισμα που έχουν υποστεί οι θυμικές μας καταστάσεις. Και οι τρόποι εκτόνωσης μας εξαρτώνται πολύ από τον ρόλο που υποδυόμαστε. Γιατί η μάσκα , καθορίζει και τον ρόλο. Γιατί είσαι υποχρεωμένος να παίξεις έναν ρόλο όταν ζεις καθημερινά το παράλογο σε όλες του τις εκφάνσεις.  
Ο ήρωάς μας κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να επεξεργαστεί και να διαχειριστεί τα συναισθήματά του. Γι αυτό διαλέγει να υποδυθεί τον ρόλο του εκδικητή. Αντλεί όμως ουσιαστική ικανοποίηση από αυτό; Όχι. Η εξαιρετική σκηνή τη στιγμή που ο ίδιος αποθεώνεται από το φανατισμένο πλήθος, το αίμα που υπάρχει γύρω από τα χείλη του, δε γίνεται από μόνο του χαμόγελο. Δεν αντανακλά εσωτερική ηρεμία. Πρέπει εκείνος να το εκβιάσει και να του δώσει τη μορφή χαμόγελου. Αν το αφήσει ελεύθερο θα μετατραπεί πάλι σε λύπη. Και η διαπίστωσή του; Η φοβερή του  ατάκα: «Μέχρι τώρα νόμιζα ότι η ζωή είναι μια τραγωδία. Τελικά διαπίστωσα ότι η ζωή είναι μια γ…….η κωμωδία». Απέχει πολύ αυτό από την πραγματικότητα που ζούμε; Τι είναι αυτό που  χαρακτηρίζει τη ζωή ως τέτοια; 
Είναι μια κωμωδία που ξεκινώντας να την παρακολουθείς περιμένεις να γελάσεις, να ευχαριστηθείς, να χαρείς και τελικά μένεις με την προσμονή. Μένεις με τη προσπάθεια χαραγμένη ως μειδίαμα στο πρόσωπό σου το οποίο όμως μετά από τόση ώρα προσμονής χαραγμένο εκεί σου προκαλεί πλέον πόνο. Αυτό είναι η «γ……η κωμωδία». Η αναμονή της ευτυχίας που τελικά γίνεται, πόνος, λύπη, τραγωδία…
Η ταινία δίχασε κοινό και κριτικούς για την  υπερβολική χρήση βίας, για τα σεναριακά κενά που στη θέση τους θα μπορούσαν να καταδεικνύονται και άλλες αιτίες που κυρίως θα είχαν να κάνουν με τον εσωτερικό κόσμο του ήρωα και όχι μόνο με την κοινωνία.  Χρειαζόταν , ίσως μια βαθύτερη  σεναριακή ανάλυση των κινήτρων που οδηγούν στην αυτοδικία και όχι απλά μια δικαιολόγηση αυτών.
Ωστόσο, δεν ξέρω πόσο εύκολο και πόση δύναμη έχει ο κινηματογράφος να καταφέρει να κάνει τους αόρατους, ορατούς. Αυτό δεν είναι άλλωστε και το μεγάλο πρόβλημά μας; Το δυσεπίλυτο θα έλεγα. Νομίζω όμως ότι όταν καταφέρνει να το καταδείξει, να ευαισθητοποιήσει και να προβληματίσει και κυρίως τους νεότερους τότε μια μικρή αρχή την έχει κάνει. 
Το κοινό καθηλωμένο, παρακολουθεί έναν Χοακίν Φίνιξ που καταφέρνει να γίνει ορατός έστω και με ανορθόδοξο τρόπο, σε μια ανορθόδοξη όμως κοινωνία. 
---------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της…


Το παράσιτο και ο ξενιστής | EDITORIAL

Το παράσιτο και ο ξενιστής.

Το παράσιτο τρέφεται από τις θρεπτικές ουσίες του ξενιστή. Όταν αποδέχεσαι τη θέση του παράσιτου, αποδέχεσαι και τη θέση του ξενιστή. Και φυσικά εξαρτάσαι από αυτόν. Αποδέχεσαι την υποτελή σου θέση που σου επέβαλαν οι κυρίαρχοι, ως φυσική τάξη πραγμάτων. Και ονειρεύεσαι… Να βρεθείς στη θέση των πλουσίων. Εκεί που το χρήμα εξομαλύνει τις ρυτίδες . Εκεί που η ευγένεια απορρέει από τον πλούτο και όχι από την ανθρωπιά. Εκεί που τα αρνητικά συναισθήματα έχουν επικαλυφθεί από τη λάμψη της πολυτέλειας και της χλιδής. Εκεί που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένα υγιές συναίσθημα. Εκεί που κατά βάθος μισείς να βρίσκεσαι. Και παρόλο που μισείς να βρίσκεσαι, σχεδιάζεις πώς θα βρεθείς εκεί, επιστρατεύοντας όλες σου τις ικανότητες. Για να καταλήξεις τελικά ότι το καλύτερο σχέδιο είναι η ανυπαρξία σχεδίου. Να καταλήξεις δηλαδή στην τραγική επίγνωση που η άρχουσα τάξη σε ωθεί παρέχοντας σου την ψευδαίσθηση ότι μπορείς, αν επιστρατεύσεις την εξυπνάδα σου και το ξεχωριστό που διαθέτεις ως ανθρώπινη οντότητα, να αποδράσεις από τη φτώχεια και τη μιζέρια σου. 

Και εσύ ως θεατής αναρωτιέσαι. Είναι το ανύπαρκτο σχέδιο το καλύτερο; Ή το σχέδιο που στηρίζεται στην οργανωμένη και συλλογική δράση που περιλαμβάνει όλους εκείνους που ανήκουν στην ίδια τάξη με εσένα. Και πώς τελικά αποδομείς την εγκαθιδρυμένη από γεννησιμιού σου αντίληψη ότι δεν είναι η θέση που καθορίζει το «είναι» σου αλλά το «είναι» σου που καθορίζει τη θέση σου; Αυτά και πολλά αλλά θίγονται στην εξαιρετική αυτή ταινία « Τα παράσιτα» του Κορεάτη σκηνοθέτη Μπονγκ Τζουν -Χο… 

Ταινία που δικαίως σάρωσε τα φετινά βραβεία Oscar. Η άψογη κινηματογραφική αφήγηση, η ερμηνεία, οι  έξυπνοι διάλογοι, οι ίντριγκες, η αγωνία, το γκροτέσκο, η μουσική επένδυση όλα αυτά συνθέτουν και αποδίδουν κατά τον καλύτερο τρόπο το παζλ μιας εντελώς λάθος δομημένης κοινωνίας αφήνοντας τον θεατή προβληματισμένο και βυθισμένο σε χιλιάδες σκέψεις αναζητώντας τρόπους αποδόμησης και συναρμολόγησης από την αρχή αυτού του περίπλοκου παζλ. Όχι απλά αξίζει η θέασή της αλλά επιβάλλεται κατά τη γνώμη μου.

---------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της…




Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2020

Η Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς του Γιάννη Οικονομίδη | EDITORIAL

Έξι χρόνια μετά το "Μικρό Ψάρι" ο Γιάννης Οικονομίδης, που θεωρείται ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς του σύγχρονου ελληνικού σινεμά, σκηνοθετεί και υπογράφει το σενάριο (μαζί με τους Χάρη Λαγκούση και Δημοσθένη Παπαμάρκο) μιας πικρής ερωτικής ιστορίας, που διαδραματίζεται στην ελληνική επαρχία.  
Ο Ηρακλής Σκυλογιάννης (Γιάννης Τσορτέκης), εργοστασιάρχης, με δουλειές όχι απόλυτα νόμιμες, είναι παντρεμένος με μια γοητευτική γυναίκα, την Όλγα (Βίκυ Παπαδοπούλου). Μία γυναίκα, η οποία ξεκινά παράνομη ερωτική σχέση με έναν πρώην λαϊκό τραγουδιστή, το Μάνο Ζαφειρόπουλο (Βασίλης Μπισμπίκης) και ιδιοκτήτη του νυχτερινού κέντρου "Κροκόδειλος". Το παράνομο ζευγάρι αποφασίζει να εξαφανιστεί προκειμένου να ζήσει τον έρωτα του, αρπάζοντας 1.000.000€ του "Σκύλου". Θα ακολουθήσει η αιματηρή κόντρα των δύο αντίζηλων, στην οποία μπλέκουν, πληρωμένοι εκτελεστές μέχρι οι αδίστακτες μαμάδες του Ηρακλή και του Μάνου, που δεν πρόκειται να αφήσουν τίποτα όρθιο, προκειμένου να εκδικηθούν.
"Η Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς" είναι ένα σύγχρονο αστικό γουέστερν, με έντονη δράση και σουρεαλιστικό χιούμορ, το οποίο με τον ακραίο ρεαλισμό του,   αφήνει να αποκαλυφθεί η ασχήμια της κοινωνίας και των ανθρώπων. Η αθυροστομία, τα λεφτά, η βία, τα πισώπλατα μαχαιρώματα είναι και πάλι κυρίαρχα στοιχεία, αλλά μέσα σε ένα γενικό πλαίσιο μαύρης κωμωδίας. Το λυτρωτικό και αισιόδοξο τέλος, τη διαφοροποιούν από τις προηγούμενες ταινίες του.
Οι ακραίες προσωπικότητές του υποκόσμου, θα μπορούσαν να είναι πρωταγωνιστές μιας πραγματικότητας που όντως βρίσκεται κάπου εκεί έξω. Η πανταχού παρούσα Ελληνίδα μάνα που "ευνουχίζει" το γιο της, αλλά δεν αντέχει να τον βλέπει να υποφέρει, θα πάρει τα ηνία. Οι μανάδες του Ηρακλή (Βασιλική Καλλιμάνη) και του Μάνου (Σοφία Κουνιά), θα κάνουν τη Λαμία Far West. 
Ελληνίδα μάνα
Όλοι οι ρόλοι έχουν background, που περιφέρεται στην ατμόσφαιρα, ο Ντίνος (Βαγγέλης Μουρίκης) ένας ευαίσθητος φονιάς στην πιο κωμική του εκδοχή, που κλέβει την παράσταση παρόλο που εμφανίζεται σε λίγες σκηνές, ο "Γλάρος" (Στάθης Σταμουλακάτος) το τσιράκι του Τσέκου που κινεί τα νήματα, ο μπράβος με την ευαίσθητη καρδιά (Αντώνης Κοτζιάς), οι δίδυμοι ιδιοκτήτες του χοιροστασίου, ένας ψαρωμένος γκανγκστερ που μαγειρεύει γεμιστά (Φωκίων Μπόγρης), μια θυμωμένη γραμματέας (Λένα Κιτσοπούλου), ένας μικροσκοπικός μαφιόζος με κινητικά προβλήματα (Πέτρος Ζερβός), η φίρμα του σκυλάδικου (Γιώργος Γιαννόπουλος).
Η πρωτότυπη μουσική της ταινίας, που έγραψε ο διεθνής Γάλλος συνθέτης Jean-Michel Bernard, είναι ένα σημαντικό κομμάτι της ταινίας, καθώς και η rock διασκευή στο θέμα του Καραγκιόζη από τον Μπάμπη Παπαδόπουλο,  αποτελεί το ιδανικό soundtrack για τη Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς. 
---------------------------------
Αφροδίτη Παπαδάκη
Μένει στην Πετρούπολη και είναι μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 2011. 
Ασχολείται με τα οικονομικά και το χορό. 
Στον ελεύθερο χρόνο της κάνει γιόγκα, διαβάζει βιβλία και βλέπει πολλές ταινίες και ξένες σειρές.
Instagram: @aphrobooky




Δείτε ακόμη: 

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2020

Πόνος και δόξα... Μια ταινία αυστηρά κατάλληλη για ενήλικες | EDITORIAL

Η αγάπη μπορεί να μετακινήσει βουνά, δεν μπορεί όμως να σώσει τους αγαπημένους σου…
Πληρώνεις το τίμημα της αγάπης . Όχι γιατί δεν αγαπάς αρκετά. Αλλά γιατί ο καθένας αγαπά με τον τρόπο του. Χάνεσαι ανάμεσα στη μητρική αγάπη την ερωτική, τη φιλική. Και όσο απομακρύνεσαι από τις μεγάλες αγάπες της ζωής σου και όσο αλλάζει ο τρόπος θέασης και όσο μεγαλώνεις τόσο οι μνήμες επανέρχονται. Και όσο παραμένεις απλός θεατής, τόσο επώδυνη είναι η επαναφορά τους. 
Ο Σάλβα ένας σκηνοθέτης που έχει χάσει την έμπνευσή του και έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση , επιστρέφει στο παρελθόν του, επαναφέροντας στη μνήμη του τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του. Ταυτόχρονα, αναζητά τον πρωταγωνιστή της μεγαλύτερης επιτυχίας του με τον οποίο έχουν να μιλήσουν χρόνια, προκειμένου να αποκαταστήσει τις διαταραγμένες σχέσεις μαζί του.
«Πάντα προσευχόμουν να μη συμβεί τίποτα στους πρωταγωνιστές των φιλμ της νιότης μου», αναφέρει ο ήρωάς μας...Πράγματι. Πάντα προσπαθούμε να σώσουμε τους πρωταγωνιστές της ζωής μας, επιτρέποντάς τους την καταδυνάστευσή που ασκούν πάνω μας λόγω της εξουσίας και της δύναμης που διαθέτουν. Η μάνα, που αγωνίζεται, που θυσιάζεται, που γνωρίζει τα πάντα, που δίνει λύσεις σε όλα, που τα έχει όλα υπό έλεγχο ακόμα και τον ίδιο το θάνατό της, που εξωραΐζει τις ασχήμιες και που η ίδια εξωραΐζεται στα μάτια του γιου της. Και το γαϊτανάκι των μεταθέσεων ξετυλίγεται. Ο γιος μεγαλώνει μαθαίνοντας να υπομένει τα βάρη των ενοχών του. Των ενοχών που τον κάνουν να αποφεύγει να βιώσει τα αληθινά του συναισθήματα γιατί φοβάται μην πληγωθεί. Δε θέλει άλλο να πονέσει. Θέλει να σταματήσει τον πόνο. Και εκεί στο σημείο μηδέν που ο πόνος δεν αντέχεται πια που καμία ψευδαίσθηση δεν σε απαλλάσσει από αυτόν, ο ήρωάς μας αναλαμβάνει να γίνει ο ίδιος πρωταγωνιστής της ζωής του, ο κυρίαρχος του εαυτού του, επιχειρώντας να σώσει πλέον τον ίδιο του τον εαυτό , αφού όμως έχει διαπιστώσει το απλό: Ότι ναι, δε σώζεις αυτούς που αγαπάς, χαράζεις όμως με την αγάπη σου ανεξίτηλα την πορεία της ζωής τους. Και ίσως αυτό είναι και η δική σου σωτηρία. 
Ο πολύ αγαπημένος Πέδρο Αλμοδόβαρ , ο σκηνοθέτης που ξέρει όσο κανείς να κινηματογραφεί με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, τη ζεστή ευαίσθητη και συγκινητική ματιά του, επιστρέφει με μια αυτοβιογραφική ταινία και με έναν εξαιρετικό Αντόνιο Μπαντέρας να ερμηνεύει με έναν μοναδικό τρόπο τον σκηνοθέτη. Και παρόλο που ο ήρωας, μας αναφέρει σε κάποια σκηνή ότι δεν είναι καλός ηθοποιός αυτός που κλαίει αλλά αυτός που τιθασεύει τα δάκρυά του, ωστόσο είναι πολλές οι στιγμές κατά τη διάρκεια της ταινίας που δακρύζεις. Είναι όμως αυτά τα εξαγνιστικά δάκρυα, που σε απαλλάσσουν και εσένα, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της θέασης αλλά και μετά, από τα δικά σου βάρη. 
Απαιτείται μεγάλη χρονική απόσταση από τα γεγονότα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή σου, απαιτείται μεγάλη ωριμότητα για να συναρμολογήσεις ξανά το παζλ της ζωής σου μέσα από τα κομμάτια της μνήμης, απαιτείται μια διαφορετική οπτική θέασης που απέχει από την οπτική της νιότης σου. Μια ταινία αυστηρά κατάλληλη για ενήλικες!
---------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της…

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2020

Όταν και τα βουνά δακρύζουν… | EDITORIAL

Είναι οι παλιοί Ηπειρώτες μάστορες της πέτρας που έχτισαν γεφύρια, κάστρα, μύλους, εκκλησίες, πολιτείες, οι πρωταγωνιστές της πολύ ωραίας ταινίας «Τα δάκρυα του βουνού».
Ένα μπουλούκι μαστόρων λοιπόν περιπλανώνται. Η φτώχεια, η άγονη και χέρσα γη τους, τους ανάγκασε να στραφούν στην τέχνη της πέτρας και να οργώνουν την Ελλάδα χτίζοντας… Σε πολύ αντίξοες συνθήκες φυσικά…Αυτοί οι σκληραγωγημένοι τεχνίτες που η έλλειψη υλικών αγαθών αντισταθμίζονταν από την ανάπτυξη και την καλλιέργεια του μυαλού. Γιατί μόνο καλλιεργημένα μυαλά θα μπορούσαν να δημιουργήσουν αυτά τα έργα τέχνης που κατασκεύαζαν. Και αντισταθμίζονταν επίσης από τους συνεκτικούς δεσμούς που ανέπτυσσαν στις ομάδες μεταξύ τους , δεσμούς αλληλεγγύης και συνεργασίας. Οργανωμένοι σε μπουλούκια-σινάφια με ένα πρότυπο ιεραρχικό σύστημα στο οποίο ο αρχιμάστορας δεν είχε το ρόλο του εξουσιαστή, αλλά του συντονιστή και βοηθού που έπρεπε να διαθέτει πολλές δεξιότητες, όπως ευρηματικότητα, φαντασία, οργάνωση, ευελιξία, τόλμη για να λειτουργεί αποτελεσματικά η ομάδα. 
Δε σμιλεύεται εύκολα η πέτρα. Φανταστείτε λοιπόν ότι όχι μόνο τη σμίλευαν αλλά και όταν δούλευαν, δούλευαν συνήθως ανά δύο, αντικριστά ο ένας προς τον άλλο και πελεκούσαν με τον ίδιο τρόπο την πέτρα. Ήξερε δηλαδή ο ένας πώς πελεκάει το ταίρι του, έτσι ώστε όταν οι πέτρες τους συναντιόνταν ταίριαζε απόλυτα η μια με την άλλη.. Κούμπωναν δηλαδή.
Κούμπωναν και οι ψυχές τους. Μπορούσαν να νιώσουν ο ένας τον άλλον . Δεν μπορούσαν όμως να κατανοήσουν τα πολιτικά δρώμενα που λάβαιναν χώρα χωρίς τη συμμετοχή τους. Αποκομμένοι από τις οικογένειες τους, το μόνο που επιθυμούσαν ήταν η επιστροφή στα σπίτια τους. 
Ο νόστος κυρίαρχο στοιχείο της ζωής τους. Ζούσαν την προσωπική τους οδύσσεια, ενώ γύρω τους συνέβαιναν μεγάλες πολιτικοκοινωνικές αλλαγές ερήμην τους και εις βάρος τους χωρίς τη δική τους συμμετοχή.
Από το 1949 χρονιά λήξης του εμφυλίου με όλο το κόστος που συνόδευσε τη λήξη αυτή και την Ελλάδα να τίθεται και επίσημα πλέον υπό την κηδεμονία των ξένων δυνάμεων που ο κομμουνισμός αποτελούσε για αυτές μεγάλη απειλή,ο σκηνοθέτης μας μεταφέρει πίσω στο 1899, δυο χρόνια μετά την έναρξη του ελληνοτουρκικού πόλεμου όπου επίσης κατέληξε στην ήττα για τη χώρα μας και την υποβολή της σε διεθνή οικονομικό έλεγχο. Ο σκηνοθέτης, παρακολουθεί την πορεία του μπουλουκιού. Δεν είναι τυχαίο κατά τη γνώμη μου το ιστορικό πλαίσιο που επιλέγει και που τοποθετεί τη δράση των ηρώων του. Σε μια Ελλάδα που δακρύζει, που και τα βουνά της δακρύζουν και που φυσικά και οι άνθρωποί της τελικά, παρά τις πέτρινες αντοχές τους δεν αντέχουν…δακρύζουν και αυτοί… 
Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, ιστορική, κοινωνική, πολιτική και λαογραφική, η ταινία του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου. Από όποια οπτική και αν τη δεις θα υπάρχει σίγουρα ένα κομμάτι της που θα σε αγγίξει. Από τις ταινίες που νομίζω οφείλουμε να τις υποστηρίξουμε βλέποντας τες.
Σίγουρα θα μας ανταποδώσουν την υποστήριξή μας…
---------------------------------
Καλλίτσα Βλάχου
Μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πετρούπολης. Είναι εκπαιδευτικός. Τον ελεύθερο χρόνο της  ,διαβάζει, βλέπει ταινίες, και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τον υπόλοιπο ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της , απλά προσπαθεί να διατηρεί την ψυχραιμία της…

Ετικέτες

Κινηματογραφική Λέσχη Πετρούπολης dimos petroupolis σινέ πετρούπολις Δήμος Πετρούπολης δημοτικός κινηματογράφος πετρούπολης Θερινό Σινεμά Πετρούπολης Θερινός Κινηματογράφος Πετρούπολης Πνευματικό Κέντρο Πετρούπολης πρόγραμμα 2017 Κινηματοθέατρο Πετρούπολις καλοκαίρι 2017 Ελεύθερη είσοδος πρόγραμμα 2018 παιδική ταινία πρόγραμμα 2019 άρθρα editorial ελληνική ταινία όσκαρ καλοκαίρι 2018 Ινστιτούτο Θερβάντες πρόγραμμα 2020 καλοκαίρι 2019 Ισπανική πρεσβεία καλοκαίρι 2020 Πρεσβεία Αργεντινής κωμωδία Ιούλιος 2020 Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης Σεπτέμβριος 2020 γαλλική ταινία ισπανική ταινία χειμώνας 2019-2020 Ιούνιος 2020 Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας ιρανική πρεσβεία ιταλική ταινία Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Πρεσβεία Νορβηγίας Φεβρουάριος 2020 ιρανική ταινία Απρίλιος 2019 Ιανουάριος 2020 Μάρτιος 2020 Δεκέμβριος 2019 Νοέμβριος 2019 Πρεσβεία Ουρουγουάης Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης